Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ

 ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ
(Άρθρα 1469 περ.5, 1470 περ.5 και 1472 Α.Κ., όπως τροποποιήθηκαν από τον Ν. 2521/97)
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΙΣ 8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2000 
ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ 
ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ 
ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ


ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ
1.- ΕΙΣΑΓΩΓΗ
            Στα πλαίσια του νόμου 2521/1997 για τη ρύθμιση του ειδικού μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών, του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και των ιατροδικαστών, και μάλιστα στο κεφάλαιο των τελικών και μεταβατικών διατάξεων, χωρίς μνεία του σκοπού της σχετικής ρύθμισης στην Εισηγητική Έκθεση του σχεδίου νόμου, επιχειρήθηκε μια σημαντική τομή στο δίκαιο προσβολής της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο.
          Έτσι, ενώ στο προϊσχύσαν δίκαιο δικαιούμενα σε προσβολή της πατρότητας πρόσωπα ήταν μόνο ο σύζυγος της μητέρας, οι γονείς του σε περίπτωση θανάτου του χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα της προσβολής, το τέκνο και η μητέρα του τέκνου, πλέον διευρύνεται ο κύκλος των ενεργητικώς νομιμοποιούμενων σε έγερση αγωγής προσβολής της πατρότητας προσώπων, με την προσθήκη από το νόμο 2521/1997 ενός ακόμη προσώπου στο άρθρο 1469 Α.Κ. Στο εξής, την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο μπορεί να προσβάλει και ο άνδρας με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.
          Ποιοί λόγοι οδήγησαν το νομοθέτη σε αυτή την επιλογή; Ο σκοπός της μεταρρύθμισης ικανοποιείται με τη συγκεκριμένη ρύθμιση; Γιατί μέχρι τώρα η δυνατότητα αυτή αποκλειόταν; Για να επιχειρηθεί να δοθεί απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, επιβάλλεται μια γενικότερη παρουσίαση των ρυθμίσεων για την προσβολή της πατρότητας και των δικαιοπολιτικών λόγων που τις καθιέρωσαν.
2.ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΓΑΜΟ
Από τη στιγμή που ο νόμος προσδίδει και αναγνωρίζει στα μέλη των οικογενειών δικαιώματα, υποχρεώσεις και εξουσίες, απαιτείται ο, κατά το δυνατόν, ακριβής και σαφής προσδιορισμός, αφενός του τρόπου ίδρυσης της συγγένειας, και αφετέρου του τρόπου κτήσης της ιδιότητας του μέλους συγκεκριμένης οικογένειας. Η ιδιότητα του συζύγου προσδίδεται από το γάμο, ενώ κατά την κοινωνική ηθική και πείρα η σύλληψη εμβρύου από έγγαμη γυναίκα προκαλείται κατά κανόνα από το σύζυγο της, ο οποίος και θεωρητικά, είναι ο βιολογικός πατέρας του τέκνου της. Αυτή την πραγματικότητα αποδεχόμενος ο νομοθέτης, αναγνωρίζει και νομικά τον σύζυγο της μητέρας ως πατέρα του τέκνου που γεννιέται στη διάρκεια του γάμου ή έστω μέσα σε τριακόσιες μέρες από τη λύση ή την ακύρωση του (άρθρο 1465 §1 Α.Κ.)[1].
          Δεν αποκλείεται βέβαια, ο σύζυγος της μητέρας να μην είναι και ο αληθινός πατέρας του παιδιού. Για το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να απαιτηθεί η αναγνώριση του παιδιού από τον πατέρα σε κάθε περίπτωση και η ευθεία απόδειξη του δεσμού του αίματος ανάμεσα στο παιδί και τον πατέρα. Η αναστάτωση, όμως, των οικογενειακών σχέσεων που θα προκαλούταν έτσι σε κάθε γάμο[2], η αποδεικτική ευκολία που παρουσιάζει η υπόθεση των σεξουαλικών σχέσεων των συζύγων, που κατά κανόνα συζούν, η εύνοια προς το θεσμό του γάμου και της καταγωγής απ’ αυτόν, καθώς και η αδυναμία γνώσης της απόλυτης βιολογικής αλήθειας, εξηγούν την επιλογή από το νομοθέτη του νόμιμου τεκμηρίου καταγωγής από γάμο. Η σοβαρή πιθανολόγηση του βιολογικού δεσμού, κρίνεται ικανοποιητική σε σχέση με την άγνοια, αλλά και με την αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας, η οποία θα προκαλούσε τη διατάραξη της οικογενειακής ειρήνης [3].       
3. ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ
          Το τεκμήριο της καταγωγής από γάμο καλύπτει και πολλές περιπτώσεις όπου βιολογική και νομική πατρότητα δεν ταυτίζονται, κάτι που σε μερικές από τις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο και πασιφανές. Ωστόσο, και σ’ αυτές ακόμη τις περιπτώσεις το τεκμήριο δεν αυτοαναιρείται. Η ανατροπή του τεκμηρίου γίνεται με τη δικαστική προσβολή της ιδιότητας του τέκνου, ως γεννημένου σε γάμο, μέσα από τη διαδικασία προσβολής της πατρότητας (άρθρα 1467 επ. Α.Κ.).
          Ωστόσο, παρόλο που το τεκμήριο καταγωγής από γάμο είναι ευρύ και ιδρύεται με μοναδική προϋπόθεση τη γέννηση του τέκνου κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες μέρες από τη λύση ή την ακύρωση του, έχουν θεσπιστεί σοβαροί περιορισμοί για την ανατροπή του, τόσο στο επίπεδο των νομιμοποιούμενων για την προσβολή της πατρότητας προσώπων, όσο και στα χρονικά περιθώρια μέσα στα οποία επιτρέπεται να γίνει η προσβολή, ενώ παράλληλα η προσβολή αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις[4].
αΑπό τον τεκμαιρόμενο πατέρα
Είναι λογικό να επιτρέπεται στο σύζυγο η προσβολή της τεκμαιρόμενης πατρότητας του, αφού δεν είναι δυνατό το δίκαιο να υποχρεώνει τον σύζυγο σε ένα νομικό δεσμό, όταν ελλείπει τόσο ο βιολογικός δεσμός, όσο και η βούληση του συζύγου να συνδέεται νομικά με το τέκνο. Ωστόσο, δεν μπορεί η διατήρηση ή μη του τεκμαιρόμενου νομικού δεσμού να παραμένει επ’ άπειρον στη διακριτική ευχέρεια του συζύγου, αποτελώντας έτσι λαβή για απειλές, εκβιασμούς, οικογενειακές προστριβές και ψυχοφθόρους καυγάδες. Ο νόμος δίνει στο σύζυγο το χρονικό περιθώριο ενός έτους από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, να σκεφτεί καλά και να αποφασίσει κατά πόσο μπορεί να συνεχίσει να θεωρεί παιδί του, με όλες τις έννομες συνέπειες μιας τέτοιας σχέσης, το παιδί που γενετικά κατάγεται από έναν άλλον άνδρα. Και μάλιστα δεν αρκείται σε αυτό. Αποκλείει την προσβολή της πατρότητας σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό, ώστε να διευκρινίζεται σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα η σχέση του συζύγου της μητέρας με το τέκνο[5].
β. Από τους γονείς του συζύγου
Το δικαίωμα για την προσβολή της πατρότητας έχουν και οι γονείς του συζύγου, εφόσον αυτός πεθάνει χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα της προσβολής. Το δικαίωμα τους είναι αυστηρά προσωπικό, με έντονα ηθικό χαρακτήρα, και δεν δίνεται για λόγους περιουσιακής φύσεως[6]. Οι γονείς προβαίνουν σε μία κίνηση που δεν πρόλαβε να κάνει ο γιος τους, με κόστος για την οικογενειακή γαλήνη μικρότερο, αφού το παιδί έχει ήδη στερηθεί τον τεκμαιρόμενο πατέρα του. Το δικαίωμα τους περιορίζεται χρονικά για τους ίδιους προαναφερόμενους λόγους.
γ. Από τη μητέρα
Το δικαίωμα της μητέρας για την προσβολή της πατρότητας του συζύγου της, δεν ήταν πάντα αυτονόητο. Το παράνομο της μοιχείας κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και η ανηθικότητα της εξώγαμης σχέσης, είχαν στερήσει τη μητέρα απο αυτοτελές  προσωπικό δικαίωμα προσβολής, μέχρι την αναγνώριση του από το νόμο 1329/1983[7], σε υλοποίηση της επιταγής του άρθρου 4§2 του Συντάγματος[8]. Η μητέρα, που είναι και η μόνη που μπορεί να γνωρίζει την αλήθεια για την πατρότητα του παιδιού της[9], δεν ικανοποιείται μόνο με το να είναι το παιδί της γεννημένο σε γάμο, αλλά ενδιαφέρεται να προβληθεί ως προς την καταγωγή του παιδιού της η ουσιαστική αλήθεια[10], ιδίως στην περίπτωση που ο γάμος της λυθεί ή ακυρωθεί, αλλά και στην περίπτωση που ο σύζυγος, τελώντας εν γνώσει της μοιχείας, εκδικούμενος, αρνείται την προσβολή, κλείνοντας έτσι το δρόμο για την αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας. Χρονικός περιορισμός τίθεται και εδώ, ένα έτος από τον τοκετό, αλλά και έξι μήνες από την λύση ή την ακύρωση του γάμου, εφόσον υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη προσβολή κατά τη διάρκεια του γάμου.
δ. Από το τέκνο
Το δικαίωμα ανήκει πολύ περισσότερο στο ίδιο το τέκνο, αφού προκρίνεται η βιολογική συγγένεια και η αναζήτηση της πραγματικής καταγωγής, για τη δημιουργία ουσιαστικών οικογενειακών σχέσεων με βάση την αληθινή καταγωγή, αντί των ψευδών οικογενειακών σχέσεων που στοχεύουν μόνο στη διατήρηση των φαινομένων με τη συγκάλυψη των πραγματικών γεγονότων και αισθημάτων[11]. Δε φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος για τον αποκλεισμό του δικαιώματος του παιδιού, αντίθετα επιβάλλεται να του δίνεται η δυνατότητα να διεκδικεί τα δικαιώματα του, χωρίς να αφήνεται στο έλεος των αποφάσεων των γονιών του, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι το οικογενειακό δίκαιο έχει ως κεντρικό άξονα το συμφέρον του παιδιού[12], το οποίο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άβουλο πλάσμα, που πρέπει να ανέχεται, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης, τις πραγματικές και νομικές καταστάσεις που δημιούργησαν οι γονείς του.
Η προσβολή της πατρότητας από το τέκνο, αποκλείεται όταν περάσει ένα έτος από την ενηλικίωσή του, αφού σαν ώριμο πλέον κατά τεκμήριο άτομο, οφείλει να πάρει τις αποφάσεις του εγκαίρως, μια και αυτές αφορούν προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις. Η ρύθμιση αυτή φαίνεται αυστηρή στην περίπτωση που το τέκνο πληροφορείται την αλήθεια για τη μη καταγωγή του από τον σύζυγο της μητέρας του κατά το χρονικό διάστημα της γέννησης του, αφού παρέλθει ένα έτος από την ενηλικίωσή του. Παρόλο που η μεταχείριση αυτή του τέκνου θεωρήθηκε ότι έρχεται σε αντιστάθμισμα της ιδιαίτερα μεγάλης προθεσμίας που του παρέχει ο νόμος[13], ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η προθεσμία δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αλλά ετήσια, και αν τίθεται ως χρονική αφετηρία η ενηλικίωση, αυτό γίνεται γιατί είναι ανεπίτρεπτο το νωρίτερο λόγω της ειδικής νομικής μεταχείρισης της ανηλικότητας, όχι όμως, χωρίς άλλο, το βραδύτερο.
ε. Από τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε  διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.
          Μέχρι την τροποποίηση στο δίκαιο της πατρότητας που επέφερε ο Ν. 2521/1997, κανένα άλλο πρόσωπο δεν μπορούσε να προσβάλει την πατρότητα, παρά μόνο όσα παραπάνω αναφέρθη-καν. Υπό αυτό το καθεστώς ήταν τελείως αδύνατο για τον φυσικό γεννήτορα του παιδιού, όταν ο πατέρας και η μητέρα του δεν επιθυμούσαν για οποιοδήποτε λόγο την άσκηση της σχετικής αγωγής, να υπερπηδήσει την ύπαρξη του τεκμαιρόμενου δεσμού ανάμεσα στο παιδί και το σύζυγο της μητέρας του, ενόψει του ότι η εκούσια και η δικαστική αναγνώριση προβλέπεται ως θεσμός μόνο για τα τέκνα που γεννήθηκαν χωρίς γάμο, και να αποκαταστήσει στη συνέχεια τον συγγενικό δεσμό με το παιδί του[14].
          Είχε θεωρηθεί πως μία έννομη τάξη που αναγνωρίζει στην οικογένεια έναν προστατευόμενο από έξωθεν επεμβάσεις χώρο μόνωσης, εγγυουμένη το απαραβίαστο του οικογενειακού βίου, θα αντίφασκε προς τις επιλογές της, αν επέτρεπε χάριν ιδιωτικών συμφερόντων, την αμφισβήτηση του προσωπικού status των παιδιών. Η προστασία του γάμου, της οικογένειας, αλλά και της παιδικής ηλικίας, υπερισχύει καταφανώς του συμφέροντος του φυσικού πατέρα για την αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας. Έτσι, συνταγματικά συμβατό θεωρήθηκε το δικαίωμα του φυσικού πατέρα, το οποίο στηρίζεται στο δικαίωμα στην προσωπικότητα του, κατ’ εξαίρεση, εφόσον η επιδίωξή του αυτή δεν θα οδηγήσει στην προσβολή λειτουργούντος γάμου και οικογένειας[15].
Με αυτή τη λογική ο νομοθέτης, εισήγαγε δίπλα στα υπόλοιπα νομιμοποιούμενα πρόσωπα, τον τρίτο που είχε μόνιμη σχέση[16] με σαρκική συνάφεια[17] κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης[18], υπό την προϋπόθεση η γυναίκα να βρισκόταν σε διάσταση με τον σύζυγό της κατά το κρίσιμο αυτό διάστημα. Η πραγματική κατάσταση της διάστασης, σε συνδυασμό με την μόνιμη σχέση της εν διαστάσει συζύγου με τρίτον κατά την διάρκεια της, αποτελεί ασφαλή παράμετρο για την υπόθεση ότι η ήδη διασαλευμένη οικογενειακή ειρήνη δε χρήζει προστασίας, όταν η προστασία αυτή έρχεται σε αντίθεση με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην προσωπικότητα του τρίτου να αποκαταστήσει τη σχέση του με το παιδί που κατάγεται απο αυτόν.
Η διάταξη του άρθρου 1472 §2 Α.Κ. ορίζει πως στην περίπτωση της προσβολής της πατρότητας από τον άνδρα που είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, η απόφαση που δέχεται την προσβολή επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του παιδιού από τον άνδρα αυτό. Με τη ρύθμιση αυτή αποτρέπεται η πιθανότητα να βρεθεί το παιδί χωρίς πατέρα, από μία βιαστική και ασταθή, ή με άλλη σκοπιμότητα, απόφαση του τρίτου να προσβάλει την πατρότητα του παιδιού και στη συνέχεια να μην το αναγνωρίσει. Δεν μπορεί να δίνεται σε έναν τρίτο το δικαίωμα να προσβάλει την πατρότητα ενός παιδιού, παρά μόνον ενόψει της αποκατάστασης της γονικής σχέσης του ίδιου με αυτό, κάτι που δεν είναι λογικό να επαφίεται εκ των υστέρων στην καλή θέληση του τρίτου. Επίσης, με τον τρόπο αυτό, εξυπηρετείται η οικονομία της δίκης με την ενοποίηση δύο δικών (προσβολή της πατρότητας και δικαστική αναγνώριση), αφού η προϋπόθεση της δεύτερης να αποδειχθεί ότι  αυτός για τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης (1481 Α.Κ.), έχει ήδη πληρωθεί στα πλαίσια της πρώτης δίκης.  
Κατά της ρύθμισης έχει ασκηθεί κριτική, ότι πρόκειται για λύση δογματικά καινοφανή και άκρως ιδιόρρυθμη, που θέτει σε δοκιμασία βασικές ουσιαστικές και δικονομικές σταθερές του δικαίου, επιφέροντας μία διάπλαση που δεν ζητήθηκε από τον ενάγοντα, και που δεν υπήρξε αντικείμενο της δίκης, άρα ούτε ο δικαστής αποφάσισε σχετικά. Ο νομοθέτης εισάγει ένα σιωπηρό αμάχητο τεκμήριο υπέρ της πατρότητας του ενάγοντα, χωρίς να αποκλείει την περίπτωση  το τέκνο να αποκτήσει πατέρα που δεν είναι ο αληθινός, χωρίς να έχει ο αληθινός πατέρας την δυνατότητα να παρέμβει[19].
Ωστόσο, αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του τεκμηρίου υπέρ της πατρότητας του συζύγου της μητέρας, όταν ο αληθινός πατέρας δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την προσβολή της πατρότητας, χωρίς ασφαλώς να σημαίνει ότι είναι και δικαιολογημένο. Το αμάχητο του τεκμηρίου αποτελεί πρόβλημα, γι αυτό θα έπρεπε να εξετασθεί το ενδεχόμενο της εφαρμογής και σε αυτήν την περίπτωση της ρύθμισης του άρθρου 1482 Α.Κ., όπου ορίζεται ότι το τεκμήριο ανατρέπεται, αν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα, όχι με την ίδια διατύπωση, αφού εδώ το τεκμήριο εισάγεται σιωπηρώς, αλλά ενδεχομένως ως καταλυτικός λόγος της ενεργητικής νομιμοποίησης του τρίτου[20].
Η προσβολή της πατρότητας από τον άνδρα με τον οποίο η γυναίκα είχε σαρκική συνάφεια, αποκλείεται αν περάσουν δύο έτη από τον τοκετό. Ο περιορισμός αυτός είναι συνεπής προς τους χρονικούς περιορισμούς που τίθενται στα λοιπά ενεργητικώς νομιμοποιούμενα πρόσωπα, και είναι ακόμη πιο επιτακτικός, αφού συντείνει στην αποφυγή ψυχικού τραυματισμού του παιδιού, που σε τόσο πρώιμη ηλικία δεν έχει συνείδηση των διαδραματιζομένων.
4.ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ
          Είναι γενικά προτιμότερο η νομική πατρότητα να ταυτίζεται με τη βιολογική. Η νομική σύνδεση του παιδιού με το βιολογικό του πατέρα ανταποκρίνεται συνήθως στο βαθύτερο συμφέρον του παιδιού, διότι ο δεσμός του αίματος συνιστά εχέγγυο στοργής, προστασίας και συνεπώς αρτιότερης ανατροφής και εκπαίδευσης του τέκνου. Άλλωστε, ο βιολογικός δεσμός του αίματος είναι αντικειμενικό δεδομένο, άρα σταθερό σημείο αναφοράς με απόλυτη αξία και ισχύ. Μία πλαστή σχέση πατρότητας δεν αποδίδει απλώς εσφαλμένα μία σχέση πατρότητας, αλλά και συγκαλύπτει την πραγματική σχέση του παιδιού με το βιολογικό του πατέρα, με αποτέλεσμα η άγνοια να οδηγεί στην πιθανότητα αιμομιξίας, με όλους τους βιολογικής, ηθικής και κοινωνικής φύσης κινδύνους που αυτή επισύρει[21].
          Ο νομοθέτης δεν αγνοεί τα παραπάνω. Το αντίθετο μάλιστα, βασική αρχή καθορισμού της νομικής πατρότητας είναι η επιλογή του βιολογικού πατέρα ως νομικού[22]. Ποιοί είναι λοιπόν οι λόγοι που το δίκαιο χορηγεί τόσο περιορισμένα τη δυνατότητα να αναγνωρίσει το παιδί του κάποιος που ισχυρίζεται ότι είναι ο πραγματικός του πατέρας;
Υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για μία συνειδητοποιημένη απόφαση του νομοθέτη. Από τη στιγμή που οι υπόλοιποι δικαιούχοι δεν  εξασκούν το δικαίωμα τους να προσβάλουν την πατρότητα, τότε η προσβολή από τον βιολογικό πατέρα θα διατάρασσε την ειρήνη της «κοινωνικής οικογένειας». Ναι μεν ο πατέρας έχει το δικαίωμα και το έννομο συμφέρον να αναγνωρίσει και να κατοχυρώσει την πατρότητα του, και αυτό το δικαίωμα έχει τουλάχιστον μία βάση στο συνταγματικά προστατευμένο δικαίωμα του στην προσωπικότητα. Ωστόσο, το δικαίωμα του αυτό έρχεται σε αντίθεση με το επίσης συνταγματικά[23] κατοχυρωμένο δικαίωμα του παιδιού να μπορεί να μεγαλώσει ανενόχλητο στις συνήθεις κοινωνικές συνθήκες μίας οικογενειακής κοινότητας[24].
          Σε αντίθεση με το παραπάνω δικαίωμα του παιδιού έρχεται και το δικαίωμα των γονιών του να λύσουν τον μεταξύ τους υφιστάμενο γάμο, ωστόσο δεν διανοείται κανείς να τους το αρνηθεί. Και ναι μεν, σε αυτήν την περίπτωση το διαζύγιο θεωρείται ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού, αφού ο έγγαμος βίος και συνεπώς η οικογενειακή γαλήνη έχει διαταραχθεί, όμως και υφιστάμενος γάμος δεν σημαίνει αυτονόητα και ευτυχισμένη, ενωμένη οικογένεια. Ασφαλώς και δεν είναι μόνο η διάσταση των γονιών, που  αποδεικνύει παθολογική κατάσταση της οικογένειας. Τί γίνεται στην περίπτωση που ο σύζυγος της μητέρας συμπεριφέρεται κατά τρόπο βλαπτικό προς το παιδί ή επιδεικνύει σοβαρή αδιαφορία απέναντί του; Είναι  προτιμότερο το παιδί να μην έχει καθόλου πατέρα, από το να έχει ένα πατέρα που το βλάπτει, άρα κατά μείζονα λόγο επιβάλλεται η αποδέσμευση του παιδιού από το σύζυγο της μητέρας του, όταν υπάρχει πρόθυμος ο φυσικός του πατέρας, για να αναλάβει την ανατροφή και την προστασία του[25].
          Το δίκαιο υπάρχει για να αποτρέπονται οι αδικίες. Και είναι άδικο ένα παιδί να στερείται τον φυσικό του πατέρα και να θεωρείται ορφανό, απλώς και μόνο γιατί ο νομικός του πατέρας έχει πεθάνει και η μητέρα του δεν επιθυμεί να προσβάλει την πατρότητα απο σεβασμό στην τιμή του, ή έχει αποβιώσει και αυτή. Ή να δίνεται ένα παιδί από τους νομικούς του γονείς για υιοθεσία, χωρίς ο φυσικός πατέρας να μπορεί να κάνει οτιδήποτε για να το αποτρέψει[26]. Ή ακόμη να χωρίζει η μητέρα από τον τεκμαιρόμενο πατέρα, να παντρεύεται με κάποιον τρίτο ή έστω να ζει μόνη της, και το δικαίωμα του φυσικού πατέρα να αναγνωρίσει το παιδί του, που ούτως ή άλλως ζει πλέον μακριά από τον τεκμαιρόμενο πατέρα, από τον οποίο ενδεχομένως να μην εισέπραξε ποτέ αισθήματα αγάπης, να εξαρτάται από τη βούληση των άλλων. Ακόμη πιο ακραία περίπτωση, να ζει το παιδί με τον φυσικό του πατέρα, και αυτός να μην μπορεί με δική του πρωτοβουλία να συνδεθεί μαζί του νομικά[27].
Σίγουρα, σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει η ασφαλιστική δικλείδα της προσβολής της πατρότητας από το ίδιο το παιδί, και μάλιστα με προθεσμία μέχρι και ένα έτος από την ενηλικίωσή του. Όμως το δικαίωμα του πατέρα πρέπει να εξετάζεται ανεξάρτητα από τους λοιπούς δικαιούχους. Δεν στέκει το επιχείρημα ότι η αδικία μπορεί να αποτραπεί από κάποιον άλλον, άρα γιατί και από αυτόν, λες και πρόκειται για κάποιον τρίτο, άσχετο, που δεν ενδιαφέρεται για το καλό του παιδιού. Από τη στιγμή που έχει έννομο συμφέρον και δικαίωμα, η δυνατότητα του να προσβάλει την πατρότητα του παιδιού, πρέπει να αποκλείεται μόνο για πολύ σοβαρό λόγο. Αυτός είναι το συμφέρον του παιδιού να μη διαταραχθεί ο ομαλός και ειρηνικός τρόπος ζωής του στο οικογενειακό περιβάλλον που βρίσκεται, μόνο εφόσον η συζυγική οικογένεια κρίνεται υγιής και το παιδί ζει με τη μητέρα και το σύζυγό της σε σχέσεις σύμπνοιας και αγάπης[28]. Στις περιπτώσεις όμως παθολογικής οικογενειακής κοινότητας, είτε διότι η συζυγική σχέση εμφανίζεται διασπασμένη ή και ανύπαρκτη, είτε γιατί το παιδί ζει με το φυσικό του πατέρα, είτε ακόμη γιατί η συμπεριφορά του συζύγου προς το τέκνο είναι επιβλαβής, ο απαγορευτικός σκοπός της προσβολής εκλείπει, αφού η διατάραξη της οικογενειακής γαλήνης είναι ούτως ή άλλως δεδομένη[29].
Με όλα όσα αναφέρθηκαν είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς τολμηρή την κίνηση του νομοθέτη να περιορίσει το ολιγοπώλιο των δικαιούμενων σε προσβολή της πατρότητας προσώπων με την εμφάνιση στο προσκήνιο του νομικά αφανούς[30] φυσικού πατέρα, όταν το έκανε με τόσο αυστηρές προϋποθέσεις, που αυτός συνεχίζει να μένει στην αφάνεια σε πολλές περιπτώσεις  που δεν κρίνεται δικαιοπολιτικά ορθό. Μια πιο προσεκτική νομοπαρασκευαστική προεργασία, με μεγαλύτερη ευρύτητα πνεύματος μετά από κριτική αντιπαράθεση των αντιτιθέμενων επιστημονικών απόψεων, και σαφή τοποθέτηση του νομοθέτη περί της σκοπιμότητας των προκρινόμενων ρυθμίσεων, είναι απαραίτητη για επιλογές ορθές, που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.




[1] Παπαζήση Θ. σε Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, τομ.VII, άρθρο 1465, 537.
[2] ΜονΠρΑθ 1061/85, ΕλλΔνη 26, 1007επ, όπου σκοπός του τεκμηρίου θεωρείται η εδραίωση της οικογενειακής τάξης και η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
[3] Σταμπέλου Χρ., Τα τεκμήρια της πατρότητας από γάμο κατά τον Α.Κ., 44, 60.
[4] Σταμπέλου Χρ, ο.π., 150.
[5] Παπαζήση Θ., ο.π., άρθρο 1470 Α.Κ., 579. Για κριτική κατά της ρύθμισης, βλ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε., Οικογενειακό Δίκαιο, 34 και εκεί παραπομπή (υπ.αριθ.43) και Παπαζήση Θ., ο.π., 580.
[6] Παπαζήση Θ., ο.π., άρθρο 1469 Α.Κ., 569.
[7] Παπαζήση Θ., ο.π., 570.
[8] Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε., ο.π., 20, Κουτσουράδης Α., ΕλλΔνη 29 (1988), 1334.
[9] Παπαζήση Θ, ο.π., 571
[10] Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε., ο.π., 20.
[11] Παπαζήση Θ., ο.π., 569.
[12] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 164 επ.
[13] Παπαζήση Θ., ο.π., 581.
[14] Κουτσουράδης Α., ο.π., 1335.
[15] Κουτσουράδης Α., Αρμ.1998, 141.
[16] Ο νομοθέτης προφανώς δεν θέλησε να ευνοήσει τη δημιουργία του νομικού δεσμού της πατρότητας, όταν ο βιολογικός δεσμός στηρίζεται σε τυχαία συνεύρεση, παρά μόνο όταν κατά τεκμήριο αποτελούσε προβλεπόμενη, ίσως και ηθελημένη, συνέπεια, δικαιολογώντας συναισθηματικά τον πατέρα στην αναζήτηση της αποκατάστασης της αλήθειας.
[17] Ο νομοθέτης θεώρησε απαραίτητη, αλλά και επαρκή προϋπόθεση την σαρκική συνάφεια, διατύπωση που θεωρήθηκε δύσκαμπτη, μη λειτουργική και αυθαίρετη, και για το λόγο ότι ο τρίτος ενδέχεται να μην είναι ο φυσικός γεννήτορας του παιδιού (βλ. Κουτσουράδη Α., Αρμ 1998, 142). Ωστόσο, η διατύπωση είναι συνεπής προς το τεκμήριο του άρθρου 1481 Α.Κ. που ισχύει στην περίπτωση της δικαστικής αναγνώρισης. Θα ήταν ανεπιεικές να απαιτείται εδώ κάτι περισσότερο.
[18] Φαίνεται αυστηρή η απαίτηση της ύπαρξης της διάστασης κατά το κρίσιμο χρόνο της σύλληψης, αφού έτσι αποκλείεται το δικαίωμα του τρίτου, όταν η διάσταση ακολούθησε τη σύλληψη, έστω και κατά λίγες ημέρες. Ίσως ο νομοθέτης προσπάθησε να προστατέψει τον γάμο και την έγγαμη συμβίωση, για όσο χρονικό διάστημα αυτή διήρκεσε, με το να αποκλείει τη δυνατότητα κάποιου τρίτου να τη σπιλώσει, επεμβαίνοντας σε κάτι που θεωρείται εσωτερικό ζήτημα οικογενειακής φύσης.
[19] Κουτσουράδης Α., Αρμ.1998, 145.
[20] Στο πεδίο της νομιμοποίησης θα μπορούσε ίσως να αντιμετωπιστεί και η δικαστική αναγνώριση του τέκνου, αν προϋπόθεση για τη χορήγηση του δικαιώματος προσβολής στον τρίτο ήταν η δήλωση του ότι επιθυμεί την αναγνώριση του τέκνου  ως δικού του, κάτι που φαίνεται περιττό δεδομένου του ότι, εν γνώσει της αυτοδίκαιης ισχύος της απόφασης, ασκεί την αγωγή, ωστόσο προσθέτει στην ex lege έννομη συνέπεια, τη ρητή επιδίωξή της από τον ενάγοντα, σύμφωνα και με την αρχή της διάθεσης.
 [21] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 154επ.
[22] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 26, 35.
[23] Άρθρο 21§1 Συντάγματος 1975/86, για την προστασία του γάμου, της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας.
[24] Nr.463/20.1.99 BGH-BGB, FamRZ 1999, 716. (για τον αποκλεισμό του βιολογικού πατέρα (wirkliche Erzeuger) από τους δικαιούμενους σε προσβολή της γνησιότητας του τέκνου (Anfechtung der Ehelichkeit) στο γερμανικό δίκαιο βλ. Beitzke Günther, Familienrecht,1992,  και Gernhuber Joachim/Coester-Waltjen Dagmar, Lehrbuch des Familienrechts,1994, § 51ΙΙ, 762.)
[25] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 172 και εκεί παραπομπές υπ’αριθμ. 170-174.
[26] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 176.
[27] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 170.
[28] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 173.
[29] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 174.
[30] Ουδέποτε  μέχρι το ν. 2521/97 του αναγνωρίσθηκε δικαίωμα προσβολής της πατρότητας, ούτε στο ρωμαϊκό δίκαιο, ούτε στον ΑΚ/1940. βλ. Παπαζήση Θ., ο.π., 570 και εκεί παραπομπή με αριθ. 26.

 

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ (Η’ AΛΛΙΩΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ)



Δέχομαι πολλά σχετικά τηλεφωνήματα τον τελευταίο καιρό, τα οποία με οδήγησαν στη συγγραφή του παρακάτω κειμένου, έχοντας παρατηρήσει ότι πολλά από τα αναφερόμενα προβλήματα θα είχαν αποφευχθεί, αν οι πελάτες είχαν προσφύγει στη συνδρομή του δικηγόρου νωρίτερα. Ελπίζω το κείμενό μου να επιτελέσει το σκοπό του και να βοηθήσει κάποιους από εσάς.

ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ
 (Η’ AΛΛΙΩΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ)

Με το που δρόσισε λιγάκι ο καιρός, άρχισαν να πληθαίνουν οι συζητήσεις και οι γενικές συνελεύσεις στις οικοδομές σχετικά με το ακανθώδες θέμα των χειμερινών κοινοχρήστων (οι περισσότερες σε πολιτισμένο κλίμα ακόμη, όσο θα σφίγγει ωστόσο το κρύο, θα παγώνουν και τα χαμόγελα). Από τη μια πλευρά είναι οι ιδιοκτήτες που έχουν ήδη κάνει το κουμάντο τους, εγκαθιστώντας στο διαμέρισμά τους μια από τις νέες πολλά υποσχόμενες μεθόδους θέρμανσης και που ασφαλώς δεν θέλουν να έχουν καμία συμμετοχή στη δαπάνη αγοράς πετρελαίου. Και από την άλλη, όσοι ακόμη βασίζονται, συμπληρωματικά ή αποκλειστικά, στην κεντρική θέρμανση, οι οποίοι, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, όπου δηλαδή όλοι οι καλοί γείτονες συνεχίζουν να λένε μια καλημέρα μεταξύ τους και να πληρώνουν κανονικά τα κοινόχρηστα, επιβαρύνονται αναγκαστικά με επιπλέον κόστος, λόγω της περιορισμένης συμμετοχής των υπολοίπων διαμερισμάτων. 
Κάπου εκεί αρχίζει η παραφιλολογία και η συζήτηση χάνεται στο λαβύρινθο της παραπληροφόρησης. Ιδιοκτήτες που σείουν στον αέρα προεδρικά διατάγματα σε μια γλώσσα που ηχεί στα αυτιά τους κινέζικη, που όμως σίγουρα μεταφράζεται όπως τους συμφέρει, και διαχειριστές που με τα ίδια ακριβώς προεδρικά διατάγματα προσπαθούν να πείσουν για το εκ διαμέτρου αντίθετο. Το τι μελάνι έχει ψεκαστεί αυτές τις μέρες σε εκτυπώσεις από το διαδίκτυο, όπου αγνώστου προέλευσης πολυκατοικιολόγοι σε συμβουλεύουν να κάνεις αυτό ακριβώς που από το νόμο απαγορεύεται, δε λέγεται. Και η νοοτροπία μας να σκεφτόμαστε αποκλειστικά το δικό μας συμφέρον και να συμπεριφερόμαστε σαν να πρόκειται για το αμπέλι του παππού μας, ξεχνώντας ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για «συνιδιοκτησία», δε βοηθάει καθόλου και δεν συμφέρει κανέναν σε τελική ανάλυση. Είναι βέβαιο ότι κάπου στον αγώνα για οικονομικότερη θέρμανση έχει χαθεί η μπάλα. Ίσως γιατί σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που οι συνιδιοκτήτες συσκέφθηκαν καλόπιστα και με γνώμονα το κοινό συμφέρον κατέληξαν σε μια πρακτική και συμφέρουσα συλλογική αντιμετώπιση του προβλήματος (όπως λειτουργία του καυστήρα σε συγκεκριμένες κοινές για όλους ώρες ή αντικατάσταση του κεντρικού καυστήρα πετρελαίου με οικονομικότερες σύγχρονες τεχνολογίες).
Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που βιάστηκαν να αφαιρέσουν αυθαίρετα τα θερμαντικά σώματα από τα διαμερίσματά τους, πιστεύοντας πως αυτό τους απαλλάσσει από την υποχρέωση συμμετοχής στις κοινόχρηστες δαπάνες θέρμανσης, άλλοι που χωρίς να ρωτήσουν κανέναν άνοιξαν τρύπες στους τοίχους για τις ολοκαίνουριες σόμπες τους, αυτοί που θεωρούν πως εφόσον ο ωρομετρητής τους δείχνει μηδέν ώρες, αντίστοιχα μηδενική πρέπει να είναι και η χρέωση στο λογαριασμό των κοινοχρήστων, και κάποιοι που πιστεύουν ότι μπορούν από το ρετιρέ τους να απολαμβάνουν την ωραία θέα, αλλά και ταυτόχρονα ωραίους χαμηλούς λογαριασμούς. Και πολλοί από αυτούς κατέληξαν εναγόμενοι, κατηγορούμενοι στα δικαστήρια ή με ένα εξώδικο στην πόρτα τους, ενώ κάποιοι έχουν ήδη αναγκαστεί να καταβάλουν εκ των υστέρων ληξιπρόθεσμες οφειλές κοινοχρήστων, επιβαρυμένες με τόκους και δικαστικά έξοδα, πληρώνοντας τελικά πολύ ακριβά την προσπάθειά τους να κάνουν οικονομία.  
Δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Οι δικηγόροι είναι σήμερα περισσότεροι από ποτέ, κάθε σπίτι έχει από έναν τουλάχιστο γιο, ανιψιό, ξάδερφο, κουμπάρο ή μπατζανάκη δικηγόρο. Η νομική συμβουλή τους είναι απαραίτητη ΠΡΙΝ υλοποιήσετε τις αποφάσεις σας και όχι μόνο για να σας ξελασπώσει από τις συνέπειες. Και δεν εννοώ να τον ρωτήσετε πρόχειρα στο πόδι την ώρα που περιμένετε στον μπουφέ στη δεξίωση του γάμου της κοινής σας εξαδέλφης. Ούτε να του τηλεφωνήσετε στο σπίτι Κυριακή μεσημέρι και εκεί που μαθαίνετε τα νέα του σογιού, να πετάξετε χαλαρά και μια ερωτησούλα. Αν θέλετε να πάρετε σωστή συμβουλή, τότε να τον επισκεφθείτε στο γραφείο του με όλα τα σχετικά έγγραφα (ο κανονισμός της πολυκατοικίας είναι ερώτηση SOS) και να του αναπτύξετε αναλυτικά όλα τα δεδομένα. Θα εκτιμηθεί ασφαλώς δεόντως αν του έχετε προηγουμένως τηλεφωνήσει για να κλείσετε ραντεβού (κατά προτίμηση σε ώρα εργασίας) και αν επιπλέον έχετε αναφέρει στο τηλεφώνημά σας σύντομα και το θέμα (τονίζω τη λέξη σύντομα).
            Αν έχετε, λοιπόν, ξεκινήσει έρευνα αγοράς για νέες μεθόδους θέρμανσης, ενδιαφερθείτε και για το νομικό καθεστώς που διέπει την οικοδομή σας. Συνεργαστείτε με τους γείτονές σας και βρείτε τη λύση που συμφέρει στη δική σας πολυκατοικία. Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Και μη διστάζετε να ρωτήσετε κάποιον δικηγόρο. Μια απλή ερώτηση μπορεί να σας γλιτώσει από πολλούς μπελάδες και έξοδα. Ρωτήστε! 

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΓΟΝΕΙΣ ΠΟΥ ΠΙΕΖΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ!!!



Το κείμενο που ακολουθεί είναι γραμμένο με χιουμοριστική διάθεση και χωρίς σκοπό να αποθαρρύνει τους νέους, ιδίως αυτούς που έχουν ήδη κάνει την επιλογή τους (μην σκίσετε ακόμη το πτυχίο σας, ανοίγει πολλές πόρτες - για κάποιους και παράθυρα). Πάντως εγώ σας προειδοποίησα...
Η παρακάτω ιστορία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και κάθε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις, πρόσωπα και γεγονότα είναι τυχαία.

ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΓΟΝΕΙΣ ΠΟΥ ΠΙΕΖΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ!!!

Με έπιασε η ρομαντική μου διάθεση όταν επέλεγα δέσμη και αποφάσισα τελικά να σπουδάσω νομική. Θα αγόρευα στο όνομα της Δικαιοσύνης στις δικαστικές αίθουσες και όλοι θα κρεμόντουσαν από τα χείλη μου, θα υπερασπιζόμουν με σθένος και πάθος το δίκαιο των αδυνάτων, θα απολάμβανα την εκτίμηση και το σεβασμό των συμπολιτών μου και οι γονείς μου θα καμάρωναν όλο υπερηφάνεια για την κόρη τους που κατάφερε να συνδυάσει με επιδεξιότητα τους ρόλους της πετυχημένης δικηγόρου και της στοργικής μητέρας και συζύγου!
Φευ! Το μεγαλύτερο ποσοστό των δικηγόρων θα επέλεγε άλλο αντικείμενο σπουδών αν γυρνούσε το χρόνο πίσω, ενώ μάλιστα κάποιοι δηλώνουν γλαφυρά ότι θα προτιμούσαν να γονιμοποιούν ελέφαντες στο Νέο Δελχί, παρά να είναι δικηγόροι στην Ελλάδα. Για πολλούς και διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων:
  • Όλοι θεωρούν ότι ο δικηγόρος είναι παντογνώστης. Πρέπει να γνωρίζεις τα πάντα σχετικά με το ελληνικό χαοτικό νομικό σύστημα, ΟΛΑ, ό,τι έχει σχέση με την τροποποίηση της τροποποίησης του νομοθετικού διατάγματος του 1952, την υπουργική απόφαση για τα εκτροφεία γουνοφόρων ζώων και τις ρυθμίσεις για την κυριότητα σμηνών από μέλισσες που αποδήμησαν και αναμίχθηκαν. Και όχι μόνο τα νομικά θέματα, αλλά και την τεχνική ορολογία επί παντός επιστητού, όλα όσα αφορούν στις μελέτες για τα έργα δομημένης καλωδίωσης, τη φορολογία της υπεραξίας μη εισηγμένων μετοχών, τα επιδόματα του προσωπικού του Ομίλου Ελληνικών Πετρελαίων και την κβαντική θεωρία του φωτός. Και όλα αυτά να τα γνωρίζεις στο πρώτο ραντεβού με τον πελάτη, ο οποίος όλο μυστικοπάθεια ζήτησε να σε συναντήσει για κάποια πολύ σοβαρή του υπόθεση χωρίς να σε προϊδεάσει για το αντικείμενό της, ώστε να προλάβεις ο έρμος να προετοιμαστείς. Και μόλις σου ξεφουρνίσει ότι η πολύ σοβαρή του υπόθεση είναι ότι ο κυρ-Μήτσος του χρωστάει 80 ευρώ και εσύ από μέσα σου βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξύπνησες από τα άγρια χαράματα για να έρθεις στο γραφείο τη μοναδική ώρα που τον βόλευε να συναντηθείτε, να σε κοιτάζει κι από πάνω σαν να είσαι τελείως καθυστερημένος και άσχετος επειδή δεν ξέρεις τι είναι το «στριφώνι» και το «πέτσωμα»!
  • ΟΛΕΣ οι υποθέσεις είναι ζήτημα ζωής και θανάτου ή στην καλύτερη περίπτωση απλώς κατεπείγουσες. Ακόμη και το εξώδικο στην κυρία-Κατίνα από απέναντι που ταΐζει τα αδέσποτα σκυλιά της γειτονιάς και μαζεύονται όλα κάτω από το σπίτι του πελάτη σου. Ναι, ακόμη και για αυτό θα σου τηλεφωνήσει στις 3 το μεσημέρι που ενοχλήθηκε ο ίδιος από τα γαυγίσματα και θα σου ζητήσει να το στείλεις χθες. Όχι αύριο, χθες! Και μη διανοηθείς να μην απαντήσεις στο κινητό, επειδή εκείνη την ώρα τρως, και σκεφτείς να τον καλέσεις μόλις τελειώσεις το φαγητό σου. Ή θα αναφωνήσει εξαγριωμένος «Που ήσουν και σε έψαχνα, πήρα και στο γραφείο και δεν ήσουν!» (γιατί το ξέχασες ότι είσαι εφημερεύον φαρμακείο και πρέπει να είσαι 24 ώρες το 24ωρο με το ένα χέρι στο τηλέφωνο και το άλλο στο πληκτρολόγιο), ή θα σε παίρνει ασταμάτητα και θα σου βγει το φαγητό από τη μύτη με 23 συνεχόμενες αναπάντητες κλήσεις παντού.
  • Το ΑΓΧΟΣ!!! Το παραμικρό λάθος που κάνεις θα επιφέρει τη συντέλεια του κόσμου. Προθεσμίες παντού. Kατέθεσα προτάσεις για τη δικάσιμο του Οκτωβρίου; Έκανα δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής; Θυμήθηκα να φάω ή πίνω από χθες μόνο καφέ; Κίτρινα χαρτάκια κολλημένα παντού, πάνω στο φωτιστικό, στο τηλέφωνο, στην οθόνη του υπολογιστή, στο ψυγείο, στην τοστιέρα, στα όνειρά μου. Mια κλωστή δεμένη στο μικρό μου δάχτυλο, τηλέφωνα σημειωμένα βιαστικά με στυλό στο χέρι (να τα αντιγράψω κάπου πριν τα πλύνω, α, να ένα post-it), Πως; Πάλι άλλαξε ο νόμος; Το παιδί το πήρε κανείς από τον παιδικό ή πάλι με περιμένει θυμωμένο; Δεν πρόλαβα να μαγειρέψω, τι τηλέφωνο έχουν “τα Αδέρφια;”.
  • Η αντίληψη ότι οι δικηγορίνες πρέπει να είναι ντυμένες με στενά κομψά ταγέρ και ψηλοτάκουνες γόβες. Πες μου αν μπορείς να πας και να έρθεις δέκα φορές από το γραφείο στην εφορία, στο Κτηματολόγιο, στα δικαστήρια, στην τράπεζα, στο Δημαρχείο μέσα σε μια ώρα ντυμένη όπως τις δικηγόρους στο “the Good wife”, και όλα αυτά μέσα στον καύσωνα, με βροχή, με χιόνι, με καταιγίδα. Και στο ακροατήριο μην εμφανιστείς χωρίς να έχεις επισκεφθεί προηγουμένως το κομμωτήριο και τις «τρε σικ μπουτικ» και έχεις το θράσος να θέλεις να λέγεσαι και δικηγόρος!
  •  Η πεποίθηση των ανθρώπων στις κοινωνικές σου συναναστροφές ότι ενδιαφέρεσαι απόλυτα να μάθεις κάθε τι που αναφέρεται στα νομικά θέματα του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος των δικών τους, των γνωστών τους και των γνωστών των γνωστών τους. Και ασφαλώς ότι είσαι διατεθειμένος να παρέχεις δωρεάν νομικές συμβουλές την ώρα που απολαμβάνεις το ποτό σου, κάνεις ηλιοθεραπεία, κουρεύεσαι, κάνεις μακροβούτια, μασουλάς το μεσημεριανό σου ή κυνηγάς το παιδί σου στην παιδική χαρά. Kαι το θράσος κάποιων συγγενών να σε πλησιάζουν στα σκαλιά της εκκλησίας την ώρα που βαπτίζεις το μονάκριβό σου, για να σε ρωτήσουν αν πρέπει να πληρώσουν την κλήση για παράνομη στάθμευση και τι μπορούν να κάνουν που το δέντρο του γείτονα τους κόβει τη θέα! Υποθέτω οι γιατροί τραβάνε χειρότερο ζόρι, αλλά πραγματικά, σας είναι αυτό καθόλου παρήγορο;
  • Άνθρωποι που μέχρι χθες δεν είχες συναντήσει ποτέ, μιλάνε από τα πρώτα λεπτά της συνάντησης με κάθε περιττή και ανούσια λεπτομέρεια για την προσωπική τους ζωή, μπερδεύοντας τον ρόλο σου με αυτόν του εξομολογητή ή, κατά περίπτωση, του ψυχοθεραπευτή τους. Πόσο σχετική μπορεί να είναι η υπόθεση αγοράς ακινήτου με την αδιαφορία που δείχνει ο σύζυγος στα συζυγικά του καθήκοντα ή η υπόθεση απόδοσης μισθίου με τις ιστορίες από το στρατό; Έχω μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που διάλεξα τα καταραμένα πολυθρονάκια και δεν ακολούθησα τη συμβουλή του μέντορά μου οι καρέκλες στο γραφείο να είναι όσο το δυνατόν πιο άβολες!
  • Για να μείνει ικανοποιημένος ο πελάτης, το δικηγορικό σου γραφείο πρέπει να έχει δύο γραμματείς, τρεις ασκούμενους, πέντε συνεργαζόμενους δικηγόρους, αίθουσα συνεδριάσεων, βιβλιοθήκη γεμάτη ράφια με χρυσόδετους τόμους, δέκα τουλάχιστον συνδρομές σε νομικά περιοδικά και σαλόνι αναμονής με πρωτότυπα έργα τέχνης (το αγαλματίδιο της τυφλής δικαιοσύνης με το σπαθί στο χέρι είναι must), να έχεις τελειώσει κάνα δυο μεταπτυχιακά, να κατέχεις διδακτορικό τίτλο σπουδών και να έχεις κάνει τουλάχιστον δέκα δημοσιεύσεις, αλλά η χρέωση των υπηρεσιών σου να αντιστοιχεί στο ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη.
  • Και τελικά, ό,τι και να λέει, ποτέ κανένας πελάτης δεν μένει ικανοποιημένος. Όταν ηττηθεί, φταίει πάντα ο χασοδίκης και τζάμπα έδωσε τόσα λεφτά, και όταν κερδίσει, είχε εξαρχής δίκιο και τζάμπα έδωσε τόσα λεφτά. Ακόμη και αυτός που σου σφίγγει το χέρι με δάκρυα ευγνωμοσύνης, σε λίγη ώρα κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του στο σχόλιο ότι όλοι ανεξαιρέτως οι δικηγόροι είναι ψεύτες και απατεώνες. Όλοι, βεβαίως βεβαίως…
  • Συναναστρέφεσαι κυρίως με δικηγόρους, οι οποίοι, ελλείψει λοιπών ενδιαφερόντων, συζητούν μεταξύ τους μονίμως για τις υποθέσεις τους. Και οι οποίοι μονολογούν, επιχειρηματολογώντας με τις ώρες, σχετικά με το αν πρέπει να παραγγείλουμε κρέας ή ψαρικά, βγάζοντας τα απωθημένα τους που δεν μπορούν πουθενά αλλού να αγορεύσουν χωρίς να ακούσουν από τις πρώτες μόλις φράσεις «τελειώνετε κ. συνήγορε». Και όσοι φίλοι σου έχουν απομείνει από άλλους επαγγελματικούς χώρους, προτιμούν να κρεμαστούν με καραβόσκοινο από το ταβάνι, παρά να ξαναβγούν με την παρέα σου.
  • Δεν μπορείς να κάνεις έναν καβγά της προκοπής με τον άντρα σου, χωρίς να ακούσεις «άσ’τα αυτά τα δικηγορικά σου» ή «αλλού αυτά, εδώ δεν είναι δικαστήριο». Και αν και ο άντρας σου είναι δικηγόρος, τότε δεν μπορείς να τσακωθείς χωρίς εκφράσεις του τύπου «οι κατηγορίες σου είναι ανυπόστατες», «ενίσταμαι», «η απόφασή μου είναι οριστική, τελεσίδικη και αμετάκλητη» και «οι ισχυρισμοί σου δέον να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, άλλως ως ουσία αβάσιμοι»!
  • Και αφού έχεις χάσει κάθε ίχνος ρομαντισμού, κάθε σκέψη ότι ο κόσμος μας μπορεί να γίνει καλύτερος και έχεις βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη, αναρωτιέσαι κυνικά γιατί δεν γινόσουν τελικά δασκάλα, αφού, για αυτό το επάγγελμα τουλάχιστον, υπάρχουν τρεις λόγοι να το επιλέξεις (κατά το γνωστό ανέκδοτο): Ιούνιος, Ιούλιος και Αύγουστος!
Απευθυνόμενη στους συναδέλφους, να απολογηθώ που δεν αναφέρω τους 798 επιπλέον λόγους που καθιστούν το επάγγελμά μας απαίσιο (ω ναι, τους έχω σκεφθεί), αλλά το κείμενο θα γινόταν κουραστικό για τους φυσιολογικούς- μη δικηγόρους- ανθρώπους.


Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Γνωμοδότηση σχετική με αμοιβές δικηγόρων από νπδδ & ΟΤΑ


 Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η

Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ:
Κατόπιν διαμαρτυριών εκ μέρους πολλών συναδέλφων σχετικά με τις κρατήσεις που γίνονται από τους ΟΤΑ και τα νπδδ κατά την καταβολή της αμοιβής τους, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης μου ανέθεσε τη σύνταξη σχετικής γνωμοδότησης.

ΙΙ.  ΕΡΩΤΗΜΑ: 
Στην περίπτωση αμοιβής δικηγόρου σύμφωνα με την ΚΥΑ υπ' αριθμ. 1117864/ 2297/Α0012/7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β), είναι νόμιμη η διενεργούμενη από ορισμένα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ΟΤΑ αφαίρεση από τη νόμιμη αμοιβή των ποσών που ο δικηγόρος προκατέβαλε στον Δικηγορικό Σύλλογο σύμφωνα με τα εκδιδόμενα γραμμάτια προκαταβολής εξόδων και φόρων (υπέρ ΛΕΑΔ, Δικηγορικού Συλλόγου, ΤΕΑΔ και ΦΕΕ); 

ΙΙΙ. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ:
Σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3026/1954 (ΦΕΚ Α 235), όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει (η παρ. 1 του άρθρου 92 αντικαταστάθηκε με την παρ 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 ΦΕΚ Α 32/2.3.2011 και τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου αυτού 4 μήνες μετά τη δημοσίευσή του, δηλαδή 2.7.2011), τα της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. Οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν.Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές. … Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε «ελάχιστα όρια αμοιβών» ή «ελάχιστες αμοιβές» ή «αμοιβές», νοούνται εφεξής οι «νόμιμες αμοιβές» κατά την έννοια των προηγούμενων εδαφίων. Από τις οριζόμενες στην κ.υ.α. υπ' αριθμ. 1117864/ 2297/Α0012/7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β) ως υποχρεωτικές «ελάχιστες αμοιβές», εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως «νόμιμες αμοιβές» κατά τη ρύθμιση των προηγούμενων εδαφίων, μόνον εκείνες (του Κεφαλαίου Ι «Παραστάσεις σε Δικαστήρια»), οι οποίες αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, είναι δυνατή επαναρρύθμιση των νόμιμων αμοιβών για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, με την τροποποίηση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση των διατάξεων που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα εδάφια. Το προεδρικό διάταγμα μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την προβλεπόμενη στο προηγούμενο εδάφιο γνώμη, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπου στον παρόντα Κώδικα ή σε οποιονδήποτε άλλο νόμο προβλέπονται νόμιμες αμοιβές, σύμφωνα με τη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου, που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως των δύο προηγούμενων εδαφίων, αυτές καθορίζονται σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της, εκφραζόμενης ή αποτιμώμενης σε χρήμα, αξίας επί της οποίας αυτά υπολογίζονται.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του Κώδικα Δικηγόρων (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 8 του ν. 3919/2011 ΦΕΚ Α 32/2.3.2011 με έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου αυτού την 2.3.2011 για τις διατάξεις που παρέχουν νομοθετική εξουσιοδότηση και 4 μήνες μετά τη δημοσίευσή του δηλαδή 2.7.2011 για τις λοιπές διατάξεις) 1. Ο δικηγόρος για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, καθώς και ενώπιον δικαστών υπό την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών, και εν γένει για την παροχή υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και τη διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων και των διαδικασιών παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή εκδόσεως δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ορισμένο ποσοστό επί «ποσού αναφοράς» ίσο με το μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος παρακρατούμενο από την προκαταβολή της δικηγορικής αμοιβής και προοριζόμενο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στο οικείο Ταμείο Προνοίας και τους διαδόχους αυτού φορείς, εφόσον κατά νόμο προβλέπεται τέτοιος πόρος και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/ 2001 (ΦΕΚ 109 Α). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προσδιορίζονται, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις, τα κατά περίπτωση αποδιδόμενα ποσοστά, καθώς και το συνολικό ποσοστό επί «ποσού αναφοράς» που υποχρεούται ο Δικηγόρος να προκαταβάλλει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ή ματαίωσης της δίκης, η προκαταβολή αναζητείται από τον Δικηγόρο που προέβη σε αυτήν. Άλλως, η προκαταβολή ισχύει για τη νέα συζήτηση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, καθορίζεται το προβλεπόμενο στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής «ποσό αναφοράς» για κάθε διαδικαστική ενέργεια ή παράσταση του δικηγόρου και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Η απόφαση μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ως «ποσό αναφοράς», κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διάταξης, νοείται το ποσό που ορίζεται στην κ.υ.α. υπ' αριθμ. 1117864/2297/Α0012/7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β') για την αντίστοιχη διαδικαστική πράξη ή παράσταση δικηγόρου.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσοστά, τα οποία είναι εφαρμοστέα επί των «ποσών αναφοράς», που ορίζονται στα τρία πρώτα εδάφια της προηγούμενης παραγράφου. Το διάταγμα αυτό μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα μπορεί να αντικαθίσταται το ως άνω σύστημα των ποσοστών επί ποσών αναφοράς με καθοριζόμενα προκαταβαλλόμενα πάγια ποσά για κάθε διαδικαστική πράξη ή παράσταση δικηγόρου.
3. Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι, όταν εκπροσωπούν: α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ως «πένητες», σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204 του Κ.Πολ.Δ., ή ως δικαιούχοι νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3326/2004, β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 175 παρ. 2 και 201 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, γ) το Ελληνικό Δημόσιο και δ) διαδίκους που αμείβουν τον δικηγόρο τους με πάγια αντιμισθία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1 βαρύνει τον διάδικο, για την καταβολή όμως του ποσού αυτής ευθύνεται εις ολόκληρον και ο δικηγόρος. Η συνδρομή των περιπτώσεων β', γ' και δ' αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.
4. Αναφορικά με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως προκαταβολής της παραγράφου 1, ο δικηγόρος που παρίσταται υποχρεούται να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής του ποσού αυτής. Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1, υποχρεούται να καταβάλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται. Το ποσό προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβληθεί καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εισπράττονται δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται στο τέλος κάθε μηνός να αποστέλλουν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας.»
Tέλος, σύμφωνα με το άρθρο  52 §5 ΚΦΕ (Ν.2238/1994) α) Επί των δικηγορικών αμοιβών οφείλεται προκαταβολή φόρου 15% με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 58. Ο τρόπος, η διαδικασία, ο χρόνος και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια υπολογισμού και απόδοσης του φόρου αυτού καθορίζεται με την απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της υποπαραγράφου ζ) της παρούσης παραγράφου …. ζ) Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζεται ο τύπος, το περιεχόμενο, ο τρόπος υποβολής της δήλωσης και καταβολής του φόρου και ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής των καταστάσεων και το περιεχόμενο αυτών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής. Μέχρι έκδοσης της ως άνω υπουργικής απόφασης εφαρμόζεται από τους Δικηγορικούς Συλλόγους το προισχύσαν καθεστώς (άρθρο 7 §3 ν. 2753/1999), σύμφωνα με το οποίο η ελάχιστη αμοιβή, που προβλέπεται από την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου, προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπο γραμμάτια. Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών που αναγράφονται στο τετραπλότυπο γραμμάτιο. Εξαιρούνται από αυτήν την υποχρέωση παρακράτησης φόρου:α) Οι αμοιβές για παραστάσεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν δικηγόροι οι οποίοι συνδέονται με τον εντολέα τους με σύμβαση έμμισθης εντολής και αμείβονται με πάγια αντιμισθία. β) Οι αμοιβές στις περιπτώσεις των εργατικών και αυτοκινητικών υποθέσεων, όπου ο δικηγόρος αμείβεται με εργολαβικό συμβόλαιο, εφόσον υποβάλλει αντίγραφο του συμβολαίου αυτού στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία. Το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υποχρεούνται να παρακρατούν φόρο εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της αμοιβής του δικηγόρου. 4. Ομοίως, παρακρατείται φόρος εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί οποιουδήποτε ποσού εισπράττει ως μέρισμα ο δικηγόρος από το δικηγορικό σύλλογο ή από ταμείο συνεργασίας ή διανεμητικό λογαριασμό οποιασδήποτε νομικής μορφής. 5. Αν ο εντολέας για υποθέσεις που αναθέτει σε δικηγόρο υποχρεούται κατά νόμο να προβεί σε παρακράτηση φόρου, οι διατάξεις του άρθρου 58 του Ν. 2238/1994 εφαρμόζονται μετά την αφαίρεση της ελάχιστης αμοιβής που αναγράφεται στο οικείο γραμμάτιο είσπραξης από το ακαθάριστο ποσό που δικαιούται ο δικηγόρος. 6. Για την απόδοση του φόρου που παρακρατήθηκε από τους δικηγορικούς συλλόγους εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 59 του Ν.2238/1994 και την ευθύνη για την απόδοση αυτή φέρει ο πρόεδρος του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Για την απόδοση του φόρου που παρακρατήθηκε από τους υπόχρεους της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 60 του Ν. 2238/1994. Μαζί με την οικεία δήλωση απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου του προηγούμενου εδαφίου γνωστοποιείται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία και αντίγραφο της απόφασης του δικαστηρίου.»
      IV. ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
      Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγκυρη έγγραφη συμφωνία σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου και ο δικηγόρος  αμείβεται βάσει των νόμιμων αμοιβών της κ.υ.α. υπ' αριθμ. 1117864/2297/ Α0012/7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β), ο δικηγόρος υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο δικηγορικό σύλλογο ποσοστό επί «ποσού αναφοράς», ενώ παράλληλα του παρακρατείται φόρος εισοδήματος 15% επί του ποσού αναφοράς. Ο εντολέας του δικηγόρου υποχρεούται να του καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή, επί της οποίας έγιναν και οι ως άνω κρατήσεις, δηλαδή υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό που αναφέρεται στην ως άνω ΚΥΑ. Σε καμία περίπτωση ο εντολέας δεν δικαιούται να αφαιρέσει από τη νόμιμη αμοιβή τα ποσά που προκαταβλήθηκαν στο δικηγορικό σύλλογο, καθώς με τον τρόπο αυτό ο δικηγόρος θα επιβαρυνόταν με τα ποσά αυτά εις διπλούν. 
      Η διαφορετική τοποθέτηση των εντολέων ΟΤΑ και νπδδ οφείλεται ενδεχόμενα σε εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σύμφωνα με την με αριθμό 153/2007 Πράξη του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σχετικά με αμοιβή δικηγόρου για χειρισμό δικαστικής υπόθεσης Δήμου κρίθηκε νόμιμος ο υπολογισμός της με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων καθώς και η καταβολή εξόδων χαρτοσήμανσης και λήψης αντιγράφων. Μη νόμιμες όμως οι δαπάνες της προκαταβαλλόμενης δικηγορικής αμοιβής στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, καθώς και η παρακράτηση ποσοστού 15% για φόρο εισοδήματος επί της προ-εισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, καθόσον αυτές βαρύνουν τον εντολοδόχο δικηγόρο (άρθρα 200 του Κώδικα Δικηγόρων και 48 και 58 του ν. 2238/1994).
      Σύμφωνα με την με αριθμό 162/2009 Πράξη του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κρίθηκε ότι:  Περαιτέρω, η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, που δικαιούται ο δικηγόρος από τον εντολέα του για την παροχή των υπηρεσιών του, καθορίζεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ειδικά για κάθε επιμέρους πράξη ή νομική εργασία που εκτελεί, άλλοτε μεν με τον καθορισμό κατ’ αποκοπή αποζημίωσης, με αναφορά δηλαδή σε συγκεκριμένο ποσό «δραχμών», οι οποίες πολλαπλασιάζονται με το συντελεστή που ορίζει κάθε φορά με απόφασή του ο Υπουργός Δικαιοσύνης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των παραστάσεων ενώπιον των Δικαστηρίων, και άλλοτε ποσοστιαία, δηλαδή βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, όπως συμβαίνει με τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων. Ο ίδιος Κώδικας, για την εξασφάλιση, πλην άλλων, της είσπραξης από το δικηγόρο της νόμιμης αμοιβής του, επιβάλλει κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να προκαταβληθεί στο Ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου η προαναφερόμενη ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση. Ειδικά, όμως, στις περιπτώσεις για τις οποίες η προβλεπόμενη ελάχιστη νόμιμη αμοιβή καθορίζεται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης, το ποσό που προκαταβάλλεται δεν ταυτίζεται με την εν λόγω ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, την ποσοστιαία καθοριζόμενη, αλλά με το συγκεκριμένο ποσό «δραχμών» που καταβάλλεται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή όταν το αντικείμενο της δίκης δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σύμφωνα, δηλαδή, με το σύστημα που καθιέρωσε ο Κώδικας Δικηγόρων, η προεισπραττόμενη αμοιβή ορίζεται πάντοτε με ένα κατ’ αποκοπή ποσό και ταυτίζεται κατά κανόνα με την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, εκτός από τις περιπτώσεις που η αμοιβή αυτή καθορίζεται ποσοστιαία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου παραμένει η ποσοστιαία υπολογιζόμενη. Και μετά την έκδοση του ν. 2753/1999, η προβλεπόμενη από τον Κώδικα Δικηγόρων ποσοστιαία αμοιβή εξακολουθεί να παραμένει η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή και σ΄ αυτή συμπεριλαμβάνεται και η προεισπραττόμενη, που καθορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση του εν λόγω νόμου εκδιδόμενες υπουργικές αποφάσεις, εφόσον βέβαια αυτή υπολείπεται της ποσοστιαίας. Αν, αντίθετα, από τον ποσοστιαίο υπολογισμό προκύπτουν μικρότερες αμοιβές από τις οριζόμενες στις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, τότε υπερισχύουν οι τελευταίες. Ήτοι, με τις διατάξεις του ν. 2753/1999 δεν θίγονται οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που προβλέπουν καταβολή δικηγορικής αμοιβής βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά τροποποιήθηκε ο ως άνω Κώδικας μόνον όσον αφορά το ύψος των προεισπραττόμενων ελάχιστων αμοιβών, το οποίο πλέον καθορίζεται αποκλειστικά από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις (βλ. Πρακτικά της 5ης Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 21.3.2007, Πράξεις Ι Τμ. 152/2007, 173/2008)…. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 96 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως αυτό ισχύει, προκύπτει ότι η παρακράτηση ποσοστού 10% από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και, προκειμένου για τους δικηγορικούς συλλόγους Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης ποσοστού 12%, επί του ποσού της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, γίνεται σε βάρος του δικαιούχου δικηγόρου και όχι του εντολέα του.
      Ωστόσο, στις παραπάνω περιπτώσεις που απασχόλησαν το Ελεγκτικό Συνέδριο, το ποσοστό που παρακράτησε ο Δικηγορικός Σύλλογος επί της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής ζητήθηκε από τον δικηγόρο επιπρόσθετα της αμοιβής του, ως έξοδο, με πίνακα αμοιβών και δαπανών, οπότε και κρίθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο μη νόμιμη η καταβολή του. Σε καμία περίπτωση δεν συνάγεται από τις παραπάνω πράξεις ότι το ποσοστό αυτό θα πρέπει να αφαιρείται από την νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου, δεδομένου ότι ο δικηγόρος το έχει ήδη καταβάλει, ως υποχρεούται. 
      
V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Στην περίπτωση αμοιβής δικηγόρου σύμφωνα με την ΚΥΑ υπ' αριθμ. 1117864/ 2297/Α0012/7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β), δεν είναι νόμιμη η διενεργούμενη από ορισμένα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ΟΤΑ αφαίρεση από τη νόμιμη αμοιβή των ποσών που ο δικηγόρος προκατέβαλε στον Δικηγορικό Σύλλογο σύμφωνα με τα εκδιδόμενα γραμμάτια προκαταβολής εξόδων και φόρων (υπέρ ΛΕΑΔ, Δικηγορικού Συλλόγου, ΤΕΑΔ και ΦΕΕ).

                                              Κομοτηνή, 14 Δεκεμβρίου 2011
                                          Η γνωμοδοτήσασα Δικηγόρος

                                              ZOYMΠΟΥΛΙΑ Κ.ΣΟΦΤΑ
                                                               ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ