Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΩΣ ΠΑΡΕΧΟΝΤΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

 Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΩΣ ΠΑΡΕΧΟΝΤΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
(Άρθρο 8  Ν. 2251/94)
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΙΣ 12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2000 
ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ 
ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ 
ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η μεγαλύτερη πλειοψηφία των δικηγόρων σε αυτή τη χώρα είναι ικανοί επαγγελματίες. Είναι ευσυνείδητοι συνήγοροι των συμφερόντων των πελατών τους, έντιμοι στην αντιπροσώπευσή τους στα δικαστήρια και απέναντι στον συνήγορο του αντιδίκου τους, κόσμιοι προς τους νομικούς συναδέλφους τους και γενναιόδωρα συνεισφέρουν τον χρόνο και τις ειδικές γνώσεις τους στην κοινωνία. Εν συντομία, συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις υψηλότατες επιταγές του νομικού επαγγέλματος. Ωστόσο, η αντιεπαγγελματική και ανήθικη συμπεριφορά ενός μικρού, αλλά ιδιαίτερα αισθητού ποσοστού των δικηγόρων, σπιλώνει την εικόνα ολόκληρης της νομικής κοινότητας και τροφοδοτεί την αντίληψη ότι ο νομικός επαγγελματισμός έχει εξασθενήσει ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες. Οι συνέπειες της συμπεριφοράς αυτής στο σύστημα της δικαιοσύνης είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθότι συνεισφέρει στην μειωμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στους νομικούς και δικαιικούς θεσμούς, καθώς και στην υψηλή πίεση και μειωμένη επαγγελματική ικανοποίηση από τους δικηγόρους εκείνους που προσπαθούν να ασκούν την δικηγορία με επαγγελματισμό[1].
Η νομική κοινότητα δεν νοσεί όμως μόνο από την ανηθικότητα και τον αντιεπαγγελματισμό ορισμένων μελών της. Πλήττεται και από την αμέλεια και προχειρότητα δικηγόρων που καλούνται απροετοίμαστοι και άπειροι να αντιμετωπίσουν νομικά προβλήματα, τα οποία κάτω από το βάρος της απέραντης νομικής ύλης και της πολυπλοκότητας των υποθέσεων που χρήζουν πλέον εξειδικευμένης αντιμετώπισης, δεν δύνανται να χειριστούν με τον μέγιστο βαθμό επιμέλειας που απαιτείται. Όπως ο παθολόγος δεν νοείται να επιχειρεί εγχείριση ανοιχτής καρδίας, έτσι και ο δικηγόρος μπορεί να κατέχει μόνο τους τομείς του δικαίου στους οποίους εντρύφησε κατά κόρον στην πορεία της εξάσκησης του επαγγέλματός του, η οποία γίνεται ολοένα και πιο εξειδικευμένη κάθε χρόνο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες περιπτώσεις κακοδικίας (malpractice) στις Ηνωμένες Πολιτείες αφορούν δικηγόρους που έκαναν λάθη, καθώς «δοκιμάζονταν» σε υποθέσεις έξω από τα συνηθισμένα πλαίσια των υποθέσεων που χειριζόντουσαν έως τότε[2].
Όταν ο πολίτης αντιμετωπίζει τον δικηγόρο όχι ως προστάτη, συμβουλάτορα και αρωγό του, που χάρη στις ειδικές γνώσεις του θα φέρει το βάρος των προβλημάτων του, προσπαθώντας να του βρει την προσφορότερη λύση, αλλά με δυσπιστία και επιφυλακτικότηταως ένα ριψοκίνδυνο δαπανηρό εγχείρημα, μερικές φορές μένοντας με την πικρή γεύση μιας παράβλεψης που του στοίχισε  την υπόθεση χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, τότε είναι ώρα να σκεφτούμε πώς θα προστατεύσουμε τον πελάτη από τον δικηγόρο του, και κατ’ επέκταση πως θα διατηρήσουμε άσπιλη την εικόνα του δικηγόρου ως δημόσιου λειτουργού, που οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης και εμπεδώνει την έννομη τάξη.
          Η μελέτη αυτή έχει ως αντικείμενό της την εξέταση του κατά πόσο εμπίπτει ο δικηγόρος στις ρυθμίσεις του νόμου 2251/94 για την προστασία του καταναλωτή, και σε κάθε περίπτωση σε τι βαθμό ευθύνεται αστικά για τα λάθη και τις παραλείψεις του.




2. Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΧΟΝΤΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ


Α. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
          Μετά από πρόταση[3] της Επιτροπής στο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την έκδοση οδηγίας για τη ρύθμιση της ευθύνης παρέχοντος υπηρεσίες, χωρίς ωστόσο οι προπαρασκευαστικές αυτές εργασίες να οδηγήσουν στην έκδοση της κοινοτικής οδηγίας και την συνεπακόλουθη δέσμευση των κρατών – μελών για ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο[4], ο έλληνας νομοθέτης εναρμονίσθηκε προς το πνεύμα της πρότασης και περιέλαβε στον νόμο 2251/94 το άρθρο 8 για την ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες.
          Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών”, ενώ στην τρίτη και τέταρτη παράγραφο κατανέμεται το βάρος της απόδειξης των πραγματικών περιστατικών ως εξής: §3 Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας§4 Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα : α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της,
β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας,
γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας,
δ) η ελευθέρια δράσης που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας,
ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και
στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος.
          Προϋποθέσεις της ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες είναι λοιπόν η παροχή υπηρεσιών, η υπαιτιότητα, η ζημία και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας[5]. Η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες ρυθμίζεται ως νόθος αντικειμενική ευθύνη, και η ρύθμιση αυτή θεωρήθηκε από το νομοθέτη ότι αποτελεί ένα σημαντικό και συνετό βήμα, καθώς δεν ανατρέπει τις αρχές του Α.Κ. και ταυτόχρονα εμπλουτίζει το θεσμικό οπλοστάσιο του καταναλωτή[6].
          ΒΣΚΟΠΟΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
Σκοπός λοιπόν του νομοθέτη ήταν να ενισχύσει την προστασία του καταναλωτή, ως καταναλωτή νοουμένου κάθε προσώπου για το οποίο προορίζονται ή το οποίο κάνει χρήση υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους[7].
          Σύμφωνα με το προοίμιο της πρότασης της κοινοτικής οδηγίας περί ευθύνης του φορέα παροχής υπηρεσιών, η αρχή της αναστροφής του βάρους της απόδειξης της υπαιτιότητας του φορέα πλημμελούς παροχής υπηρεσιών είναι η πλέον κατάλληλη, λαμβανομένων υπόψη του προσφερόμενου από τα εθνικά δίκαια των κρατών-μελών επιπέδου προστασίας, και του ότι ενώ υφίσταται ήδη σε πολλές εθνικές νομοθεσίες και νομολογίες, πρέπει να διατυπωθεί και να εφαρμοσθεί με ομοιογενή τρόπο. Τα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών, και ιδίως ο “μοναδικός” χαρακτήρας τους, ο οποίος δεν είναι πάντοτε απτός, καθώς και το γεγονός ότι η υπηρεσία “εξέλιπε” κατά τη στιγμή που σημειώνεται η ζημία, όπως και η σχετική θέση του θύματος που δεν διαθέτει ειδικές τεχνικές γνώσεις και του επαγγελματία που διαθέτει τις γνώσεις αυτές, δικαιολογούν την υπέρ του θύματος αναστροφή του βάρους της απόδειξης της υπαιτιότητας του φορέα παροχής υπηρεσιών[8].
Η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες συνίσταται στην παραβίαση της βαρύνουσας αυτόν σχετικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας την οποία όφειλε κατά τον νόμο ή την δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του  κάτω από ομαλές και προβλέψιμες συνθήκες, με τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες... να πληρούν τους όρους ασφαλείας και να μην θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των τελικών αποδεκτών- καταναλωτών, και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών η οποία, αν και δεν αναφέρεται ρητώς, είναι εν τέλει το προστατευτέο δικαίωμα[9].
Συνοψίζοντας, κατά την προσέγγιση του νομοθέτη και της νομολογίας, σκοπός της ρύθμισης της ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες στα πλαίσια του Ν. 2251/94 είναι η αποτελεσματική προστασία του αποδέκτη των υπηρεσιών με την απαλλαγή του από το βάρος της απόδειξης δυσαπόδεικτων, λόγω της θέσης του, ισχυρισμών, και η διασφάλιση της ακεραιότητας της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών.

Γ. ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
“Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας.” (άρθρο 8§2 εδ.β’ Ν. 2251/94). Η παρεχόμενη υπηρεσία μπορεί να αποτελεί και εθελοντική προσφορά του παρέχοντος (άρθρο 8§4 περ.στ’), που σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαίο να παρέχεται αντάλλαγμα για την προσφερόμενη υπηρεσία.
Η παραπάνω διατύπωση αφήνει περιθώριο κάλυψης μεγάλης ποικιλίας υπηρεσιών[10]όπως αφηρημένες υπηρεσίες, ή υπηρεσίες που αναφέρονται σε ενσώματα αντικείμενα ή σε πρόσωπα[11]. Οι προϋποθέσεις  για το χαρακτηρισμό της υπηρεσίας ως στοιχείο του πραγματικού είναι δύο. Πρώτον, να παρέχεται κατά τρόπο ανεξάρτητο, δηλαδή ο παρέχων την υπηρεσία να μην δεσμεύεται από συγκεκριμένες υποδείξεις, εντολές ή κατευθύνσεις του αποδέκτη των υπηρεσιών ως προς το είδος, την ποιότητα, τη μορφή και τον τρόπο διεξαγωγής τους. Ακόμη κι όταν ανατίθεται συγκεκριμένο έργο ή η διεκπεραίωση συγκεκριμένης υπόθεσηςστο μέτρο που ενεργείται με τη διαδικασία ή τη μέθοδο ή τα μέσα της επιστήμης που επιλέγει ο εκτελών το έργο, τότε πρόκειται για ανεξάρτητη υπηρεσία[12]. Δεύτερη προϋπόθεση είναι η υπηρεσία να παρέχεται στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αφού μόνο τότε δικαιολογείται η ειδική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, λόγω και του προσδοκώμενου κέρδουςκαι της αδυναμίας σε αυτή την περίπτωση του ζημιωθέντος να υπεισέλθει στο χώρο του παρέχοντος υπηρεσίες[13].
  Συνεπώς, η ρύθμιση αφορά κάθε ανεξάρτητο ελεύθερο επαγγελματία, είτε φυσικό, είτε νομικό πρόσωπο. Η περιορισμένη πάνω στο συγκεκριμένο θέμα νομολογία έχει δεχθεί ως αυτονόητο, ότι στην παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του Ν. 2251/94 εμπίπτουν κατ’ αρχήν και οι υπηρεσίες που παρέχουν οι Τράπεζες[14], όπως η περίπτωση συναλλαγών με αντικείμενο πιστωτικές κάρτες, εφόσον δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις  του εδαφίου 1 της §2 του άρθρου 8 του εν λόγω νόμου. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το ζήτημα είναι σαφές ότι εμφανίζει πλευρές που χρήζουν περαιτέρω εξετάσεως[15]. Το βέβαιο είναι ότι η ενιαία ρύθμιση από τον νόμο τόσων μορφών υπηρεσιών, θεωρείται προβληματική[16].

3. Η ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
          Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 38 και 39 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/6/8-10-1954), ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος/ λειτουργός, δικαιούμενος σεβασμού και τιμής παρά των Δικαστηρίων και πάσης Αρχής. Έργο του είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις.
          Σύμφωνα με το άρθρο 3α του Κώδικα Δεοντολογίας, ο Δικηγόρος δεν περιορίζεται μόνο στα στενά επαγγελματικά του συμφέροντα. Ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα της χώρας. Προσφέρει τις γνώσεις του και τις υπηρεσίες του για την πρόοδό της και ασκεί το λειτούργημά του, κατά τρόπο ώστε να είναι χρήσιμος και στα άτομα και στο κοινωνικό σύνολο.
           Ο δικηγόρος ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η σχέση μεταξύ δικηγόρου και πελάτη χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή, η οποία ρυθμίζεται κατά πρώτο λόγο από τον παραπάνω Κώδικα, συμπληρωματικά δε από τον Α.Κ. στις διατάξεις της εντολής[17], και συνεπώς ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία, δικαστική ή εξώδικη[18].
          Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο δικηγόρος παρέχει τις υπηρεσίες του κατά τρόπο ανεξάρτητο, αφού ενεργεί ελεύθερα και ανεμπόδιστα, χωρίς να διατελεί σε σχέση εξάρτησης απέναντι στον εντολέα του. Η άσκηση της δικηγορίας είναι δε αναμφισβήτητα επαγγελματική δραστηριότητααφού για την έναρξή της επιβάλλεται η δήλωση έναρξης άσκησης επιτηδεύματος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και η τήρηση των προβλεπόμενων στον Κ.Β.Σ. φορολογικών βιβλίων και στοιχείων. Πρέπει μάλιστα ο δικηγόρος να ασκεί τη δικηγορία ως κύριο βιοποριστικό επάγγελμα, και να βεβαιώνει κάθε έτος στον Δικηγορικό Σύλλογο την πραγματική άσκησή του, διαφορετικά διαγράφεται από τα Μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου[19].
           Δεν μπορεί ωστόσο να αμφισβητηθεί η ιδιαιτερότητα του επαγγέλματος του δικηγόρου έναντι των λοιπών επαγγελμάτων, ιδιαιτερότητα η οποία προκύπτει από το χαρακτήρα που του προσδίδει ο νομοθέτης ως δημόσιου λειτουργήματος. Ενώ λοιπόν από την διατύπωση του άρθρου 8 § 2 εδ.β’ του ν. 2251/94 προκύπτει ότι οι δικηγόροι εμπίπτουν στη ρύθμισή του, αφού παρέχουν υπηρεσίες κατά τρόπο ανεξάρτητο, στο πλαίσιο της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, μένει να εξεταστεί αν η ιδιότητα των δικηγόρων ως δημοσίων λειτουργών αλλάζει κάτι ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Το ζήτημα αντιμετώπισε η ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία κατέληξε στην έκδοση της με αριθμό 18/1999 απόφασης.        

4. Η ΑΠ (ΟΛΟΜ) 18/1999
Α. ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΩΣ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΟΥ Ν.2251/94
          Το ζήτημα έφτασε στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατόπιν της από 18.1.1999 αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 3337/98 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έφεση κατά της με αριθμό 10725/97 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης[20]. Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 18/1999 απόφαση, η οποία αναμενόταν να επιλύσει το νομικό ζήτημα που αντιμετώπισε, ωστόσο, λόγω της αξιοπρόσεχτης επιχειρηματολογίας της ισχυρότατης μειοψηφίας εννέα Αρεοπαγιτών, προβλέπεται ότι ο προβληματισμός γύρω από το θέμα μόλις αρχίζει[21].
          Η πλειοψηφία των Αρεοπαγιτών έκρινε πως “τα άρθρα 1 § 4 περ.β’  και 8 § 2 εδ. β’ του ν.2251/1994 καθορίζουν με ευρύτητα την έννοια του παρέχοντος υπηρεσίες, αφού σ’ αυτήν εμπίπτει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες κατά τρόπο ανεξάρτητο, στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Η ρύθμιση όμως της συλλογικής προστασίας των καταναλωτών περιορίζει την ίδια έννοια. Ειδικότερα, η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος ανάγεται στην οργάνωση της απονομής δικαιοσύνης και στην εμπέδωση της έννομης τάξης με παράλληλη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου. Για το λόγο αυτό, η μεν είσοδος στο δικηγορικό σώμα ακολουθεί το πρότυπο της εισόδου σε δημόσια υπηρεσία (διαγωνισμός, ορκωμοσία, προαγωγή), η δε άσκηση της δικηγορίας διέπεται από ειδικούς κανόνες (ασυμβίβαστα, πειθαρχική ευθύνη, εκπτώσεις, αμοιβές). Το σύστημα συλλογικής προστασίας των καταναλωτών που θεσπίζει ο νόμος 2251/1994, είτε με τη μορφή του φιλικού διακανονισμού των διαφορών από τις επιτροπές που συγκροτεί ο Νομάρχης[22], είτε με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων από τον Υπουργό Εμπορίου[23], είναι ασυμβίβαστο προς την ιδιότητα του δικηγόρου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών, εκτιμώμενη τόσο από την πλευρά των σκοπών που επιδιώκει ο νόμος περί προστασίας καταναλωτών, όσο και από την άποψη της ειδικής φύσης του δικηγορικού λειτουργήματος, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/94...»
          Η παραπάνω αιτιολογία ενέχει νοηματικά κενά και τα επιχειρήματα που παρατίθενται δεν οδηγούν δίχως άλλο στο προαναφερόμενο συμπέρασμα. Από τη μία τίθεται ως επιχείρημα ο σκοπός του νομοθέτη, ο οποίος κατά κοινή ομολογία είναι η διαφύλαξη της υγείας, της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών. Δεν προκύπτει όμως από πουθενά ο λόγος για τον οποίο ο πελάτης του δικηγόρου δεν κρίνεται άξιος αυτής της προστασίας. Το γεγονός ότι ενδεχομένως κάποιες ρυθμίσεις του νόμου δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην περίπτωση του δικηγόρου, είναι ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει από τη στιγμή που ο νόμος καλύπτει πληθώρα ανόμοιων περιπτώσεων, και θα πρέπει να εξεταστεί αν χωρεί ερμηνευτικά προσαρμοσμένη εφαρμογή ή αν η εφαρμογή της ρύθμισης αποκλείεται για τη συγκεκριμένη περίπτωση[24]. Από την άλλη, ως λόγος που αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 8 στην περίπτωση των δικηγόρων, τίθεται η ειδική φύση του δικηγορικού λειτουργήματος. Ωστόσο, σύμφωνα με την άποψη της μειοψηφίαςη ιδιότητα των δικηγόρων ως δημοσίων λειτουργών αναφέρεται μόνο στην ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών εν γένει παράσταση κατά την άσκηση του έργου τους, όχι δε και στην εσωτερική με τους πελάτες τους σχέση, στα πλαίσια της οποίας είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, που παρέχουν υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 8.
Οι έννοιες «λειτουργός της δικαιοσύνης»[25], ελεύθερος επαγγελματίας και  άμισθος δημόσιος υπάλληλος που ενεργεί ελεύθερα και ανεμπόδιστα, πολύ δύσκολα έρχονται σε σύμπνοια. Είναι όροι που παράγουν συγκρούσεις και φαίνονται να έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τουςΓια το αν ωστόσο η σύνδεση του χαρακτηρισμού του επαγγέλματος του δικηγόρου ως δημόσιου λειτουργήματος με το ζήτημα της αστικής ευθύνης για ζημίες από την άσκησή του είναι δόκιμη, δημιουργούνται πολλές επιφυλάξεις[26].
 ΒΣΧΕΣΗ ΑΡΘΡΟΥ Ν.2251/94 ΜΕ ΑΡΘΡΟ 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ
          Ένα σημαντικό ζήτημα που τίθεται ως προς την ευθύνη του δικηγόρου στην περίπτωση που δεχθούμε ότι η παροχή δικηγορικών υπηρεσιών είναι παροχή υπηρεσιών κατά το άρθρο 8 του ν.2251/94, είναι η σχέση του άρθρου αυτού με το άρθρο 73 του Εισαγωγικού νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο ρυθμίζει την αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή, και η οποία θα εξεταστεί διεξοδικά στη συνέχειαΑρκεί εδώ να αναφερθεί ότι οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της ευθύνης κατά το άρθρο 73  Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. είναι αρκετά αυστηρές, ενώ ορίζεται και συντομότατη αποσβεστική προθεσμία.
Το ζήτημα εξετάστηκε στην εν λόγω δικαστική απόφαση και το δικαστήριο έκρινε ότι η ειδική για τους δικηγόρους ρύθμιση της ευθύνης τους κατά το άρθρο 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. δεν καταργήθηκε με το ν.2251/94, κάτι που ήταν λογικό επακόλουθο της διαπίστωσης ότι ο Ν. 2251/94 δεν ρυθμίζει την ευθύνη των δικηγόρων. Ωστόσο, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης περιείχε το σκεπτικό ότι η διάταξη του άρθρου 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. ρυθμίζει αποκλειστικά και ειδικά την αστική ευθύνη των δικηγόρων από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, είναι ειδική και επιβλήθηκε  από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, και δεν καταργήθηκε από το ν.2251/94, καθότι δεν συμπεριλήφθηκε στον ανωτέρω νόμο ρητή κατάργηση του άρθρου 73, αλλά ούτε από την εισηγητική έκθεση ή την ερμηνεία του νόμου συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη σιωπηρής κατάργησής του με τη θέσπιση διατάξεων αντίθετου περιεχομένου.
Το επιχείρημα εντούτοις ότι αν και προγενέστερη η ρύθμιση του άρθρου 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., δεν θίγεται γιατί είναι ειδική, δεν φαίνεται απροσμάχητο. Το κριτήριο της ειδικότητας, χωρίς αναγωγή και σε άλλα ερμηνευτικά κριτήρια, δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε ασφαλή λύση[27]. Άλλωστε, και το άρθρο 8 Ν.2251/94 αποτελεί ειδική ρύθμιση, και δη ειδική περίπτωση αδικοπραξίας, συγκεκριμένα αδικήματος σε βάρος καταναλωτή[28]. Επιπλέον, στο άρθρο 14 §1 του ν.2251/94 ορίζεται
ρητά ότι καταργείται και κάθε άλλη διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ η § 5 του ίδιου άρθρου, που αντιμετωπίζει την περίπτωση της σύγκρουσης των διατάξεων του ν.2251/94 με κοινές διατάξεις, που όμως παρέχουν στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία, ορίζει ότι εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις. Από τις ρυθμίσεις αυτές συνάγεται η πρόθεση του νομοθέτη να απολαμβάνει ο καταναλωτής της μέγιστης δυνατής προστασίας, και το κριτήριο αυτό να υπερισχύει ακόμη και της αρχής της ειδικότητας. Το βέβαιο είναι ότι ο νομοθέτης, περιλαμβάνοντας στον ν.2251/94 τόσο γενικές ρυθμίσεις, δημιούργησε αμφιγνωμίες και ευρύτατα περιθώρια ερμηνείας και παρερμηνείας, τα οποία μόνο με νέα νομοθετική επέμβαση μπορούν να επιλυθούν.
Γ. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΡΘΡΟΥ 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.
          Το τρίτο ζήτημα που αντιμετώπισε η ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ήταν κατά πόσο η ρύθμιση του άρθρου 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. έρχεται σε αντίθεση με τις συνταγματικές επιταγές, και συγκεκριμένα με το άρθρο 4 §1 του Συντάγματος περί της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, καθώς και με το άρθρο 20 §1 του Συντάγματοςόπου αναγνωρίζεται ως αναφαίρετο το δικαίωμα των πολιτών προς παροχή αποτελεσματικής έννομης προστασίας.
          Ως προς την αντίθεση προς το άρθρο 4 §1 του Συντάγματος, το δικαστήριο έκρινε  πως η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων ως άμισθων δημόσιων λειτουργών, προκειμένου να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική καταδίωξη των δικηγόρων δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από την άποψη του βαθμού της υπαιτιότητας, όσο και από την άποψη των δικονομικών προϋποθέσεων άσκησης της αγωγής, η θέσπιση των οποίων, επομένως δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση αυτών και δεν προσβάλλει τη συνταγματική αρχή της νομικής ισότητας των πολιτών.
          Το κοινωνικό λοιπόν και το δημόσιο συμφέρον επιβάλλουν ώστε τα αναγκαία πλαίσια δικαστικής καταδίωξης των δικηγόρων να είναι συγκριτικά χαμηλότερα από αυτά των υπόλοιπων παροχέων υπηρεσιών, ώστε αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι. Και στο ερώτημα σε τι διαφέρουν οι δικηγόροι από τους υπόλοιπους ελεύθερους επαγγελματίες, ώστε ο νόμος να τους αντιμετωπίζει με τέτοια επιείκεια, η απάντηση είναι η ιδιότητά τους ως δημόσιοι λειτουργοί. Κατά την προσωπική μου αντίληψη, η ιδιότητα τους ακριβώς αυτή απαιτεί υπευθυνότητα, συνέπεια και ιδιαίτερα αυξημένη επιμέλεια στο χειρισμό των υποθέσεων τους και συνεπώς θα έπρεπε η ευθύνη τους να ρυθμίζεται, αν μη τι άλλο, στα ίδια πλαίσια με τους υπόλοιπους φορείς παροχής υπηρεσιών, κάθε διαφοροποίησης αντικείμενης στο άρθρο 4 §1 του Συντάγματος[29]. Την ίδια γνώμη είχαν και πέντε μέλη του Αρείου Πάγου, τα οποία έκριναν  την διάταξη του άρθρου 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ αντισυνταγματική στο σύνολό της, διότι εισάγει αδικαιολόγητα προνομιακή μεταχείριση των δικηγόρων έναντι των άλλων κατηγοριών ελεύθερων επαγγελματιών, ενώ δύο επιπλέον μέλη θεώρησαν αντισυνταγματική τη διάταξη της παραγράφου 5, που θεσπίζει εξαιρετικά βραχεία αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας.
          Ως προς την αντίθεση προς το άρθρο 20 §1 του Συντάγματος, η ολομέλεια ορθά απεφάνθη ότι κατά τη σαφή έννοια της επιφύλαξης «όπως νόμος ορίζει», ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις για την άσκηση αγωγής και τη διεξαγωγή δίκης, αυτές όμως δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Τέτοιες προϋποθέσεις τάσσουν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τον τύπο ή την άσκηση μιας διαδικαστικής πράξης, όπως είναι εκείνες που καθορίζουν τα στοιχεία, τα οποία πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει η αγωγή κακοδικίας, καθώς και εκείνα τα οποία με κύρωση απαράδεκτο πρέπει να επισυνάπτονται σε αυτή. Οι περιορισμοί όμως αυτοί, καθώς και η συνέπεια που επισύρει η παράβασή τους, δεν καταλύουν το δικαίωμα του ενάγοντος σε παροχή έννομης προστασίας, αλλά αποβλέπουν απλώς στο να τον καταστήσουν προσεκτικό και να περιφρουρήσουν έτσι το γενικότερο συμφέρον που επιβάλλει την ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών.
 Ως προς την παράγραφο 5 του άρθρου 73 ωστόσο, το δικαστήριο σωστά έκρινε ότι αντίκειται στο άρθρο 20 §1 του Συντάγματος, αφού το εναρκτήριο σημείο της αποκλειστικής προθεσμίας μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί η αγωγή κακοδικίας, τοποθετείται  στο χρόνο τέλεσης της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, και όχι σε αυτόν της γνώσης από τον πελάτη της ζημίας και της πράξης ή παράλειψης του δικηγόρου από την οποία προκλήθηκε, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος πολύ πριν ο ζημιωθείς λάβει γνώση αυτού[30].
          Και μόνο το γεγονός ότι ακούγονται τόσες φωνές διαμαρτυρίας για το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προβληματίσει το νομοθέτη, ώστε να επέμβει ρυθμιστικά στην κατάσταση που έχει δημιουργηθεί να τίθεται πρακτικά στο απυρόβλητο το επάγγελμα του δικηγόρου, όπως αποδεικνύεται και από την πενιχρότατη σχετική νομολογία, ενδεικτική του πόσο αποτρεπτικά λειτούργησε η νομοθετική ρύθμιση[31].

5.   Η ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ-
ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ
Άρθρο 73. Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή,
δικ. γραμματέα και δικ. επιμελητή
          1. Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή,        δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή, υπάγεται στο κατά τόπο        αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, πολυμελές πρωτοδικείο, που        δικάζει κατά την τακτική διαδικασία.
         2. Η αγωγή, που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδάφ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει α) να περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας, και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα  αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους,       διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα.
         3. Στη αγωγή επισυνάπτονται:
         α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει
       τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα η επικυρωμένα αντίγραφα,
         β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς
       είναι απαράδεκτη.
         4. Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά        αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή        παραλείψεις.
         5. Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την        πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.
         6. Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν        επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους, και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, και        μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του       ΚΠολΔ.       
Οι παραπάνω διατάξεις καθιερώνουν τον θεσμό “προσωπικής αστικής ευθύνης” των  προσώπων που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο[32]. Το μοναδικό βοήθημα μέσω του οποίου μπορεί να αποκατασταθεί η υλική ζημία ή η ηθική βλάβη από αστική αδικοπραξία που διέπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμβολαιογράφος, δικηγόρος, δικαστικός επιμελητής κλπ, είναι η δια των ανωτέρων διατάξεων θεσπιζόμενη αγωγή κακοδικίας[33]. Έτσι, για την προσωπική αστική ευθύνη των δικηγόρων που ζημίωσαν τους πελάτες τους κατά την εκτέλεση δικαστικών και εξώδικων πράξεων, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αδικοπραξίας, αλλά αυτές του άρθρου 73 [34].
Ανεξάρτητα από όσα ήδη αναφέρθηκαν για την παραπάνω ρύθμιση, και ανεξάρτητα από τη σύγκρισή της προς την ευνοϊκότερη για τον ζημιωθέντα ρύθμιση του άρθρου 8 ν.2251/94, εξετάζοντας την αυτοτελώς, παρατηρεί κανείς την αυστηρότητα των προϋποθέσεων της σε σύγκριση με αυτές της αδικοπραξίας του άρθρου 914 ΑΚ, τόσο ως προς το βαθμό υπαιτιότητας, αφού η απλή αμέλεια δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης, αλλά απαιτείται δόλος ή βαριά αμέλεια, όσο και ως προς τα χρονικά περιθώρια για την έγερση της αγωγής. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα, ότι οι περισσότερες αγωγές κακοδικίας  απορρίπτονται για το λόγο ότι έχει παρέλθει η εξάμηνη προθεσμία που τάσσει η §5 του άρθρουενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η πλειοψηφία τους ασκείται στα πλαίσια της ποινικής δίκης με τη μορφή παράστασης πολιτικής αγωγής, κάτι που σημαίνει ότι οι ζημιωθέντες καταφεύγουν σε αυτήν κυρίως στις περιπτώσεις δόλου, ως μορφής υπαιτιότητας[35]. Ωστόσο, μόνο κατ’ εξαίρεση ο δικηγόρος παραβαίνει σκόπιμα τις υποχρεώσεις του, τόσο τις νομικές, όσο και τις συμβατικές, ενώ οι περισσότερες περιπτώσεις παράβασης δεν οφείλονται σε πρόθεση[36].
Στην ουσία, δυσχεραίνονται σε μέγιστο βαθμό οι λειτουργίες της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, που συνίστανται στην αποκατάσταση της ζημίας στα πλαίσια της κοινωνικής δικαιοσύνης, στην διασφάλιση των δικαιωμάτων των πολιτών με την προστασία των ατομικών εννόμων αγαθών, στην προληπτική λειτουργία ωθώντας τα άτομα να επιδεικνύουν αυξημένη και εξιδιασμένη επιμέλεια, και στην κατανομή των οικονομικών συνεπειών των ζημιών σε ευρύτερο κύκλο προσώπων και τον επωμισμό τους από ένα πρόσωπο που θα είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει με την μετακύλιση του βάρους ή την ασφαλιστική του κάλυψη[37].
Μια συγκριτική επισκόπηση στα δίκαια άλλων κρατών, δείχνει ότι  ρύθμιση ανάλογη του άρθρου 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. δεν φαίνεται να απαντάται σε ευρεία κλίμακα. Γι αυτό και κατά κανόνα στην αλλοδαπή, προϋπόθεση της χορήγησης άδειας άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή είναι η προηγούμενη ασφάλιση της επαγγελματικής ευθύνης[38].
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο δικηγόρος παραβιάζει το επαγγελματικό του καθήκον επιμέλειας, αν δεν παράσχει λογικά ικανή αντιπροσώπευση (reasonably competent representation) ή παραβιάσει την υποχρέωση πίστης. Για την απόδειξη της παραβίασης ο νόμος στις περισσότερες πολιτείες απαιτεί την κατάθεση άλλου δικηγόρου του ίδιου ή παρόμοιου τομέα ειδίκευσης, ο οποίος να καταθέτει ότι ο δικηγόρος δεν τήρησε το μίνιμουμ στάνταρ επιμέλειας. Η κάθε πολιτεία θέτει μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί η αγωγή κακοδικίας (legal malpractice lawsuit). Στην Ουάσιγκτον, ο ζημιωθείς πρέπει να ασκήσει την αγωγή μέσα σε τρία χρόνια από την πράξη ή παράλειψη του δικηγόρου, ή από τότε που λογικά (reasonably) θα έπρεπε να την είχε πληροφορηθεί, ενώ σε κάποιες πολιτείες το χρονικό πλαίσιο είναι ένα με δύο χρόνια[39]Η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης δεν είναι υποχρεωτική για τους δικηγόρους, παρά μόνο για  τις δικηγορικές εταιρίες, με εξαίρεση την πολιτεία του Όρεγκον[40]. Ωστόσο, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά προβλέπεται ο θεσμός του ταμείου προστασίας πελατών (Client Protection Fund), για την προστασία των καταναλωτών δικηγορικών υπηρεσιών από οικονομικές απώλειες από την κακή εφαρμογή του νόμου ή την υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων από τον δικηγόρο[41]
Στην Γερμανία η αστική ευθύνη του δικηγόρου είναι πολύ ευρεία και επεκτείνεται στο σύνολο των δικηγορικών δραστηριοτήτων. Ο δικηγόρος ευθύνεται απέναντι στον πελάτη του τόσο για τις ενέργειες του στα πλαίσια  μιας εκκρεμούς δίκης, όσο και για την παροχή συμβουλών, για κάθε υπαίτια παράβαση των καθηκόντων του και για κάθε πταίσμα του γενικά, συμπεριλαμβανομένης και της ελαφράς αμέλειας[42]. Η ευθύνη του  δικηγόρου είναι κατά βάση συμβατική και βασίζεται στην θετική αθέτηση της σύμβασης (positive Vertragsverletzung), και δη της δικηγορικής σύμβασης, η οποία ρυθμίζεται από την §675 BGB ως σύμβαση εντολής και παροχής υπηρεσιών, και όχι ως σύμβαση εργασίας, το περιεχόμενο της οποίας μάλιστα έχει διαπλαστεί κατά κύριο λόγο νομολογιακά[43]. Η ευθύνη μπορεί να θεμελιωθεί και στις διατάξεις της αδικοπραξίας (§823 Abs.1&2 BGB,  §826 BGB) , οι οποίες είτε αποτελούν παράλληλη βάση της αγωγής, είτε και αυτοτελή, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης[44]. Οι αξιώσεις εναντίον δικηγόρων παραγράφονται σύμφωνα με την § 51b BRAO σε τρία χρόνια από τη γέννηση της ζημίας, σε κάθε περίπτωση πάντως σε τρία χρόνια από την λήξη της εντολής[45].
Στο τσεχικό δίκαιο υπάρχει ειδική ρύθμιση για την ευθύνη των δικηγόρων στο νόμο περί δικηγορίας (85/1996), όπου μέσω του άρθρου 26 ο δικηγόρος ευθύνεται για τις ζημίες που προξενεί και που σχετίζονται με την άσκηση της δικηγορίας του, αλλά και για αυτές που προκαλούν οι υποκατάστατοι και οι βοηθοί του. Σύμφωνα με το άρθρο 420 οbč.zák (τσεχικού Αστικού Κώδικα) προϋποθέσεις γένεσης της ευθύνης είναι η πρόκληση ζημίας, η παράβαση νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ τους και η υπαιτιότητα, η οποία συνίσταται είτε σε δόλο, άμεσο ή έμμεσο, είτε σε αμέλεια, βαριά ή ελαφρά. Η υπαιτιότητα θεωρείται δεδομένη, και μόνο αν ο ζημιώσας αποδείξει έλλειψη υπαιτιότητας, απαλλάσσεται της ευθύνης. Η παραγραφή της αξίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 106 οbč.zák επέρχεται δύο χρόνια από τη στιγμή που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της επελθούσας ζημίας και του προσώπου του ζημιώσαντα, ή τρία χρόνια από την πρόκληση της ζημίας, ανεξαρτήτως γνώσης. Στην Τσεχία, οι δικηγόροι υποχρεούνται να ασφαλίζονται εναντίον του κινδύνου πρόκλησης τέτοιου είδους ζημιών, διαφορετικά υπέχουν πειθαρχική ευθύνη[46].
         6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
 Αν από όσα ειπώθηκαν βγαίνει ένα συμπέρασμα, αυτό είναι σίγουρα ότι η ρύθμιση από το ελληνικό δίκαιο της αστικής ευθύνης του δικηγόρου με αποκλειστική εφαρμογή του άρθρου 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., τόσο από την άποψη της εφαρμογής της στην πράξη, όσο και από την θεωρητική της διερεύνηση, είναι ρύθμιση που δεν συνάδει προς τις επιταγές του δικαίου και τις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις. Ο πελάτης του δικηγόρου δεν προστατεύεται αποτελεσματικά και η αμέλεια του δικηγόρου, επαγγελματία μιας τάξης που διαρκώς διευρύνεται, έως ένα βαθμό νομιμοποιείται.
Στο ερώτημα αν ο δικηγόρος είναι επαγγελματίας ή δημόσιος λειτουργός,  η απάντηση πρέπει να είναι θετική και ως προς τα δύο σκέλη της. Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός στο έργο του να υπερασπίζεται τη δικαιοσύνη και να εμπεδώνει την έννομη τάξη, όμως παράλληλα είναι και επαγγελματίας στην σχέση του προς τον πελάτη του. Για να σταθεί στο ύψος του ως λειτουργός, πρέπει να τηρεί τις αρχές του λειτουργήματος του και να σέβεται και να υπακούει στις ηθικές του επιταγές. Για να είναι όμως σωστός επαγγελματίας, πρέπει να ενεργεί με αφοσίωση, πίστη και υπευθυνότητα απέναντι στον πελάτη του, αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη για τις πράξεις και τις παραλείψεις του. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει κανείς την απαίτηση να είναι αλάθητος. Όταν όμως λανθάνει, είναι αδιανόητο για ένα κράτος δικαίου τις συνέπειες να φέρει ο ανυποψίαστος ιδιώτης.
Αν ο νομοθέτης προβληματίστηκε γύρω από το παραπάνω θέμα και κατέληξε ότι αυτό θα ρυθμίζεται πλέον από το νόμο για την προστασία του καταναλωτή, ή αν όταν θέσπιζε με το νόμο αυτό την ευθύνη των παρεχόντων υπηρεσίες δεν υπολόγισε την επαγγελματική τάξη των δικηγόρων, είναι κάτι που δεν μπορούμε να συνάγουμε με βεβαιότητα. Επειδή όμως σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα πρέπει να υπάρχει βεβαιότητα εφαρμοστέου δικαίου και όχι ερμηνευτικές νομολογιακές προσεγγίσεις, ο νομοθέτης επιβάλλεται να εξετάσει το ζήτημα εκ νέου και να θεσπίσει συγκεκριμένη ad hoc διάταξη, που να επιλύει οριστικά το ζήτημα. 

ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αλεξανδρίδου Ελίζα Δ. : Δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, ελληνικό και κοινοτικό, ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1996.
Βαρυμποπιώτη Αθαν. Κ.: Κώδικας περί δικηγόρων, 4η έκδ., Δίκαιο & Οικονομία, Π.Ν.Σάκκουλας 1998.
Δεληγιάννη Ιω.Γ. - Κορνηλάκη Π.Κ.: Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο ΙΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα Θεσσαλονίκη 1992.
Καράκωστα Γιάννη Κ.: Προστασία του καταναλωτή, Ν.2251/1994, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 1997.
Κεραμεύς Κ.Δ. –Κονδύλης Δ.Γ. –Νίκας Ν.Θ.: Ερμηνεία ΚΠολΔ ΙΙ, 591-1054 Εισαγωγικός Νόμος, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη , Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία Π.Ν. Σάκκουλας 2000.
Ρόκα Ιωάννη Κ., Ευθύνη για τα προϊόντα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1997.
Σταθόπουλου Μιχ.–Χιωτέλλη Αρ.–Αυγουστιανάκη Μιχ.  : Κοινοτικό Αστικό Δίκαιο Ι, Επιπτώσεις κοινοτικών οδηγιών στο δίκαιο του ΑΚ. εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1995.
Φίλιου Παύλου Χρ., Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, Α’ τόμος, Δεύτερη και τρίτη έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1990.
DACH Europäische Anwaltsvereinigung, Die Haftung des Rechtanwalts, Verlag Ősterreich, Wien 1997.
Graef Ralph Oliver, Die Haftung des deutshen und englischen Anwalts für fehlerhafte Prozeßführung, Nomos Verlagsgesellschaft, Baden-Baden, 1. Auflage 1995.

[1] Το κείμενο αποτελεί απόδοση της εισαγωγής της έκθεσης της ομάδας εργασίας για την συμπεριφορά και τον επαγγελματισμό των δικηγόρων που υιοθετήθηκε στις ΗΠΑ από την διάσκεψη Υπουργών Δικαιοσύνης στις 21 Ιανουαρίου 1999. Πηγή www.abanet.org
[2] Lombardi Gregg, How to protect yourself from legal malpractice, Medical Economics Magazine, 7 August 2000.
[3] Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί ευθύνης του φορέα παροχής υπηρεσιών, COM (90) 482 τελικό –SYN 308 , EE  91/C12/11, 18.1.91, σελ.8, αλλά και CONSOM 20/ECO 86/6378/92, 12.5.92.
[4] Οι δυσχέρειες στην προσπάθεια εξισορρόπησης, αφενός της διατήρησης της ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες που βασίζεται σε υπαιτιότητα, και αφετέρου της καθιέρωσης ενός συστήματος  που θα εξασφαλίζει την προστασία του ζημιωθέντος, οι προστριβές, οι ατέρμονες συζητήσεις, τα πολλά εμπλεκόμενα συμφέροντα και η αρνητική στάση των κρατών-μελών, κατέληξαν στην οριστική απόσυρση της πρότασης οδηγίας από την ημερήσια διάταξη το 1994. Σχετικά βλ. Αλεξανδρίδου Ελ., Δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, σ. 194. Για κριτική εναντίον της Πρότασης οδηγίας βλ. επίσης Graef R.O., Die Haftung des deutschen und englischen Rechtanwalts für fehlerhafte Prozeßführung, σ. 330 και εκεί παραπομπές.
[5] Στο άρθρο 1§1 της πρότασης οδηγίας ως προϋπόθεση αναφέρεται το σφάλμα του παρέχοντος υπηρεσίες, ενώ περιγράφεται η έννοια της ζημίας ειδικότερα ως ζημία στην υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των προσώπων και στη φυσική ακεραιότητα των κινητών ή ακινήτων αγαθών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απετέλεσαν το αντικείμενο της παροχής υπηρεσιών. Ο ν. 2251/94 αποδίδει το σφάλμα ως υπαιτιότητα και παραλείπει  την εξειδίκευση της έννοιας της ζημίας. 
[6] Αναλυτικότερα σε Σταθ.-Χιωτ.-Αυγ., Κοινοτικό Αστικό Δίκαιο Ι, σ.161-165. Εισηγ. Έκθ ν2251/94.
[7] Άρθρο 1 § 4α Ν. 2251/94.
[8] Η οικονομική θέση του καταναλωτή δεν είναι καθοριστικό στοιχείο της ανάγκης προστασίας του, δεδομένου ότι το δίκαιο του καταναλωτή αντιμετωπίζει τους καταναλωτές με ίσους όρους και δεν εντάσσεται στα πλαίσια της αρχής προστασίας του οικονομικά ασθενέστερου. βλ. Ρόκα Ι., Ευθύνη για τα προϊόντα, σ.35.
[9] ΠΠρΑθ 2960/1996, ΔΕΕ 1/1997 (Έτος 3ο) σ. 72, όπου και παραπομπή σε Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό ΙΙ παρ.15 ΙV 3α σ.117 και Καράκωστα, Περιβάλλον και Αστικό Δίκαιο 1986 σ.118 επ.
[10] Ο νόμος ρητά ορίζει τις περιπτώσεις που δεν θεωρούνται υπηρεσία για την εφαρμογή του, στο πρώτο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 8.
[11] Σταθ.-Χιωτ.-Αυγ., ο.π., σ. 166.
[12] Καράκωστας Γ., Προστασία του καταναλωτή, σ. 131. 
[13] Καράκωστας Γ., ο.π., σ. 132.
[14] ΠΠρΑθ 3356/1997, ΝοΒ 1998, σ. 838, ΕφΑθ 2319/1999, ΔΕΕ 11/1999, σ.1175.
[15] Βλ. σημείωση Φ. Δωρή στην ΠΠρΑθ 3356/1997, ο.π.
[16] Σταθ.-Χιωτ.-Αυγ., ο.π., σ. 166.
[17] Φίλιου Π., Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, πρώτος τόμος, § 93 Β ΙΙ, σ. 369-370. 
[18] ΕφΠειρ 364/1986, ΕλλΔικ 27, 708, ΑΠ 1839/1985, ΕΕΝ 53, σ.700, ΕφΑθ 472/1986, ΝοΒ 34, 567.
[19] Άρθρα 28 και 30 Κώδικα περί Δικηγόρων, ΣτΕ 3185/1978 ΝοΒ 29, σ.954, ΣτΕ 1121/1980 ΝοΒ 30, σ.1334, ΣτΕ 2843/1986, ΝοΒ 37, σ.165.
[20] Οι αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας επί των οποίων εκδόθηκε η ΑΠ 18/1999 είναι δημοσιευμένες σε συνέχεια της αρεοπαγιτικής στο Digesta 1999-2000, τ.2, σ.115 επ.
[21] βλ. σημείωση Κ. Παναγόπουλου στην ΟλΑΠ 18/1999, Digesta 1999-2000, τ.2, σ.114.
[22] Άρθρο 11 ν.2251/94, όπου θεσπίζεται διαδικασία  για την εξώδικη επίλυση των διαφορών ανάμεσα σε προμηθευτές και καταναλωτές ή ενώσεις καταναλωτών από τριμελή επιτροπή φιλικού διακανονισμού που συνιστάται σε κάθε Νομαρχία από τον αρμόδιο Νομάρχη και στην οποία συμμετέχει και ένας δικηγόρος.
[23] Άρθρο 14 § 3 ν.2251/94, όπου προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, ήτοι προστίμου από τον Υπουργό Εμπορίου ή σε περίπτωση επανειλημμένης υποτροπής διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματός της για χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους.

[24] βλ. άποψη μειοψηφίας στην ΟλΑΠ 18/1999, ό.π., σύμφωνα με την οποία όσες από τις οργανωτικές ρυθμίσεις του νόμου δεν εναρμονίζονται προς την επαγγελματική κατάσταση των δικηγόρων, θα παραμείνουν, έναντι αυτών, ανεφάρμοστες.
[25] Ο όρος αναφέρεται στο Προοίμιο του Κώδικα Δεοντολογίας.
[26] Παναγόπουλος Κ., Η ευθύνη του δικηγόρου και του συμβολαιογράφου (μετά το Ν.2251/94), Digesta 1998-1999, τ.1, σ.37 ή Δ28, 559.
[27] Παναγόπουλος Κ., ο.π., σ.38 (βλ.και εκεί παραπομπές)
[28] ΠΠρΑΘ 2960/1996, ΔΕΕ 1/1997, σ. 72.
[29] Η θέση του δικηγόρου ως ανεξάρτητου οργάνου απονομής της δικαιοσύνης στην Γερμανία, αποτελεί βασικό κριτήριο του βαθμού επιμέλειας που απαιτείται να δείχνει ο δικηγόρος,  με σημαντικές συνέπειες στη ρύθμιση της ευθύνης του. Έτσι, ενώ κανείς αναμένει από έναν εμπορικά προσανατολισμένο παροχέα υπηρεσιών ένα ορισμένο μέτρο επιμέλειας, η γερμανική νομολογία και θεωρία απαιτεί από τον δικηγόρο βέλτιστη απόδοση. βλ. Graef R.O., ο.π., σ. 114 επ.
[30] Σύμφωνα με την απόφαση 8/1993 του Ειδικού Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας, η διάταξη του άρθρου 73 §5 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει έννοια συνάδουσα προς το Σύνταγμα, να ερμηνευθεί, δηλαδή, ότι υπονοεί πως, πάντως, η προθεσμία δεν κινείται πριν ο ζημιωθείς από την πράξη ή παράλειψη και ενάγων για κακοδικία λάβει γνώση της βλαπτικής γι αυτόν πράξης ή παράλειψης. (Υπερ. 1994, σ.1172)
   Αντίθετα: ΣυμβΑΠ 2/1994, ΝοΒ 1994, σ. 461 ΙΙ, όπου είχε κριθεί ότι δεν απαιτείται το στοιχείο της γνώσης, γιατί με την καθιέρωση της προθεσμίας αυτής επιδιώκεται η εκκαθάριση των εννόμων σχέσεων του παρελθόντος και η ασφάλεια του δικαίου (βλ. και ΑΠ 1252/91, ΕλλΔνη 32, σ. 1574, ΑΠ 344/92, Υπερ1992, σ. 848, ΜΠρΑθ 15569/94, ο.π.).
[31] Παναγόπουλος Κ., ο.π., 39.
[32] ΣυμβΑΠ 18/1995, ΝοΒ 1995, σ. 869.
[33] ΕιδΔικΑγωγΚακ 8/1993, ο.π.
[34] ΜονΠρΑΘ 15569/1994, ΝοΒ 1995, σ. 411.
[35] Βλ. ενδεικτικά ΜΠρΑθ 15569/94, ο.π., ΑΠ 1469/98, ΠοινΧρ 99, σ. 837, ΕφΑθ 406/96, Υπερ1997, σ. 322, ΑΠ 1112/95, ΠοινΧρ 96, σ. 253, ΑΠ 18/95, ΝοΒ 95, σ. 869, ΑΠ 1754/94, ΠοινΧρ 94, 1442, ΑΠ 1190/94, ΠοινΧρ 94, 988, ΑΠ 611/92, Δ/νη 1993, 708, ΑΠ 344/92, Υπερ1992, 848,  ΑΠ 1252/91, ΝοΒ 92, 328, ΕφΑθ 8938/90, Δ/νη 91, 1646, ΕφΑθ 1059/89, ΠοινΧρ 90, 472, ΑΠ 1178/88, ΠοινΧρ 89, 105.
[36] Γιακουμής Δ., Η αστική ευθύνη του δικηγόρου από παροχή νομικών συμβουλών και πληροφοριών, Δ 30, σ. 1193.
[37] Δεληγιάννη-Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό ΙΙΙ, §344, σ. 123επ.
[38] Παναγόπουλος Κ., ο.π., σ. 39.
[39] Understanding legal malpractice, http://nwlegalmal.com/about.html
[40] Lombardi Gregg, ο.π.
[41] Center for professional responsibility, www.abanet.org/cpr/client.html
[42] Γιακουμής Δ., ο.π., σ. 1194-1195.
[43] Borgmann Br., Ausgewählte Entscheidungen des Bundesgerichthofes zur Anwaltshaftung nach deutschem Recht, σε έκδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικηγόρων (DACH) με τίτλο Die Haftung des Rechtanwalts, σ. 9.
[44] Αναλυτικά σε Graef R.O., o.π., σ. 108-123, 147-161, 190.  
[45] Borgmann, o.π., σ. 26
[46] Balcar P., Die Haftung des Rechtanwaltes nach tschechischem Recht, σε έκδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικηγόρων (DACH) με τίτλο Die Haftung des Rechtanwalts, σ. 63 επ. 

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ

 ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ
(Άρθρα 1469 περ.5, 1470 περ.5 και 1472 Α.Κ., όπως τροποποιήθηκαν από τον Ν. 2521/97)
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΙΣ 8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2000 
ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ 
ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ 
ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ


ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ
1.- ΕΙΣΑΓΩΓΗ
            Στα πλαίσια του νόμου 2521/1997 για τη ρύθμιση του ειδικού μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών, του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και των ιατροδικαστών, και μάλιστα στο κεφάλαιο των τελικών και μεταβατικών διατάξεων, χωρίς μνεία του σκοπού της σχετικής ρύθμισης στην Εισηγητική Έκθεση του σχεδίου νόμου, επιχειρήθηκε μια σημαντική τομή στο δίκαιο προσβολής της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο.
          Έτσι, ενώ στο προϊσχύσαν δίκαιο δικαιούμενα σε προσβολή της πατρότητας πρόσωπα ήταν μόνο ο σύζυγος της μητέρας, οι γονείς του σε περίπτωση θανάτου του χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα της προσβολής, το τέκνο και η μητέρα του τέκνου, πλέον διευρύνεται ο κύκλος των ενεργητικώς νομιμοποιούμενων σε έγερση αγωγής προσβολής της πατρότητας προσώπων, με την προσθήκη από το νόμο 2521/1997 ενός ακόμη προσώπου στο άρθρο 1469 Α.Κ. Στο εξής, την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο μπορεί να προσβάλει και ο άνδρας με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.
          Ποιοί λόγοι οδήγησαν το νομοθέτη σε αυτή την επιλογή; Ο σκοπός της μεταρρύθμισης ικανοποιείται με τη συγκεκριμένη ρύθμιση; Γιατί μέχρι τώρα η δυνατότητα αυτή αποκλειόταν; Για να επιχειρηθεί να δοθεί απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, επιβάλλεται μια γενικότερη παρουσίαση των ρυθμίσεων για την προσβολή της πατρότητας και των δικαιοπολιτικών λόγων που τις καθιέρωσαν.
2.ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΓΑΜΟ
Από τη στιγμή που ο νόμος προσδίδει και αναγνωρίζει στα μέλη των οικογενειών δικαιώματα, υποχρεώσεις και εξουσίες, απαιτείται ο, κατά το δυνατόν, ακριβής και σαφής προσδιορισμός, αφενός του τρόπου ίδρυσης της συγγένειας, και αφετέρου του τρόπου κτήσης της ιδιότητας του μέλους συγκεκριμένης οικογένειας. Η ιδιότητα του συζύγου προσδίδεται από το γάμο, ενώ κατά την κοινωνική ηθική και πείρα η σύλληψη εμβρύου από έγγαμη γυναίκα προκαλείται κατά κανόνα από το σύζυγο της, ο οποίος και θεωρητικά, είναι ο βιολογικός πατέρας του τέκνου της. Αυτή την πραγματικότητα αποδεχόμενος ο νομοθέτης, αναγνωρίζει και νομικά τον σύζυγο της μητέρας ως πατέρα του τέκνου που γεννιέται στη διάρκεια του γάμου ή έστω μέσα σε τριακόσιες μέρες από τη λύση ή την ακύρωση του (άρθρο 1465 §1 Α.Κ.)[1].
          Δεν αποκλείεται βέβαια, ο σύζυγος της μητέρας να μην είναι και ο αληθινός πατέρας του παιδιού. Για το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να απαιτηθεί η αναγνώριση του παιδιού από τον πατέρα σε κάθε περίπτωση και η ευθεία απόδειξη του δεσμού του αίματος ανάμεσα στο παιδί και τον πατέρα. Η αναστάτωση, όμως, των οικογενειακών σχέσεων που θα προκαλούταν έτσι σε κάθε γάμο[2], η αποδεικτική ευκολία που παρουσιάζει η υπόθεση των σεξουαλικών σχέσεων των συζύγων, που κατά κανόνα συζούν, η εύνοια προς το θεσμό του γάμου και της καταγωγής απ’ αυτόν, καθώς και η αδυναμία γνώσης της απόλυτης βιολογικής αλήθειας, εξηγούν την επιλογή από το νομοθέτη του νόμιμου τεκμηρίου καταγωγής από γάμο. Η σοβαρή πιθανολόγηση του βιολογικού δεσμού, κρίνεται ικανοποιητική σε σχέση με την άγνοια, αλλά και με την αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας, η οποία θα προκαλούσε τη διατάραξη της οικογενειακής ειρήνης [3].       
3. ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ
          Το τεκμήριο της καταγωγής από γάμο καλύπτει και πολλές περιπτώσεις όπου βιολογική και νομική πατρότητα δεν ταυτίζονται, κάτι που σε μερικές από τις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο και πασιφανές. Ωστόσο, και σ’ αυτές ακόμη τις περιπτώσεις το τεκμήριο δεν αυτοαναιρείται. Η ανατροπή του τεκμηρίου γίνεται με τη δικαστική προσβολή της ιδιότητας του τέκνου, ως γεννημένου σε γάμο, μέσα από τη διαδικασία προσβολής της πατρότητας (άρθρα 1467 επ. Α.Κ.).
          Ωστόσο, παρόλο που το τεκμήριο καταγωγής από γάμο είναι ευρύ και ιδρύεται με μοναδική προϋπόθεση τη γέννηση του τέκνου κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες μέρες από τη λύση ή την ακύρωση του, έχουν θεσπιστεί σοβαροί περιορισμοί για την ανατροπή του, τόσο στο επίπεδο των νομιμοποιούμενων για την προσβολή της πατρότητας προσώπων, όσο και στα χρονικά περιθώρια μέσα στα οποία επιτρέπεται να γίνει η προσβολή, ενώ παράλληλα η προσβολή αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις[4].
αΑπό τον τεκμαιρόμενο πατέρα
Είναι λογικό να επιτρέπεται στο σύζυγο η προσβολή της τεκμαιρόμενης πατρότητας του, αφού δεν είναι δυνατό το δίκαιο να υποχρεώνει τον σύζυγο σε ένα νομικό δεσμό, όταν ελλείπει τόσο ο βιολογικός δεσμός, όσο και η βούληση του συζύγου να συνδέεται νομικά με το τέκνο. Ωστόσο, δεν μπορεί η διατήρηση ή μη του τεκμαιρόμενου νομικού δεσμού να παραμένει επ’ άπειρον στη διακριτική ευχέρεια του συζύγου, αποτελώντας έτσι λαβή για απειλές, εκβιασμούς, οικογενειακές προστριβές και ψυχοφθόρους καυγάδες. Ο νόμος δίνει στο σύζυγο το χρονικό περιθώριο ενός έτους από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, να σκεφτεί καλά και να αποφασίσει κατά πόσο μπορεί να συνεχίσει να θεωρεί παιδί του, με όλες τις έννομες συνέπειες μιας τέτοιας σχέσης, το παιδί που γενετικά κατάγεται από έναν άλλον άνδρα. Και μάλιστα δεν αρκείται σε αυτό. Αποκλείει την προσβολή της πατρότητας σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό, ώστε να διευκρινίζεται σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα η σχέση του συζύγου της μητέρας με το τέκνο[5].
β. Από τους γονείς του συζύγου
Το δικαίωμα για την προσβολή της πατρότητας έχουν και οι γονείς του συζύγου, εφόσον αυτός πεθάνει χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα της προσβολής. Το δικαίωμα τους είναι αυστηρά προσωπικό, με έντονα ηθικό χαρακτήρα, και δεν δίνεται για λόγους περιουσιακής φύσεως[6]. Οι γονείς προβαίνουν σε μία κίνηση που δεν πρόλαβε να κάνει ο γιος τους, με κόστος για την οικογενειακή γαλήνη μικρότερο, αφού το παιδί έχει ήδη στερηθεί τον τεκμαιρόμενο πατέρα του. Το δικαίωμα τους περιορίζεται χρονικά για τους ίδιους προαναφερόμενους λόγους.
γ. Από τη μητέρα
Το δικαίωμα της μητέρας για την προσβολή της πατρότητας του συζύγου της, δεν ήταν πάντα αυτονόητο. Το παράνομο της μοιχείας κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και η ανηθικότητα της εξώγαμης σχέσης, είχαν στερήσει τη μητέρα απο αυτοτελές  προσωπικό δικαίωμα προσβολής, μέχρι την αναγνώριση του από το νόμο 1329/1983[7], σε υλοποίηση της επιταγής του άρθρου 4§2 του Συντάγματος[8]. Η μητέρα, που είναι και η μόνη που μπορεί να γνωρίζει την αλήθεια για την πατρότητα του παιδιού της[9], δεν ικανοποιείται μόνο με το να είναι το παιδί της γεννημένο σε γάμο, αλλά ενδιαφέρεται να προβληθεί ως προς την καταγωγή του παιδιού της η ουσιαστική αλήθεια[10], ιδίως στην περίπτωση που ο γάμος της λυθεί ή ακυρωθεί, αλλά και στην περίπτωση που ο σύζυγος, τελώντας εν γνώσει της μοιχείας, εκδικούμενος, αρνείται την προσβολή, κλείνοντας έτσι το δρόμο για την αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας. Χρονικός περιορισμός τίθεται και εδώ, ένα έτος από τον τοκετό, αλλά και έξι μήνες από την λύση ή την ακύρωση του γάμου, εφόσον υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη προσβολή κατά τη διάρκεια του γάμου.
δ. Από το τέκνο
Το δικαίωμα ανήκει πολύ περισσότερο στο ίδιο το τέκνο, αφού προκρίνεται η βιολογική συγγένεια και η αναζήτηση της πραγματικής καταγωγής, για τη δημιουργία ουσιαστικών οικογενειακών σχέσεων με βάση την αληθινή καταγωγή, αντί των ψευδών οικογενειακών σχέσεων που στοχεύουν μόνο στη διατήρηση των φαινομένων με τη συγκάλυψη των πραγματικών γεγονότων και αισθημάτων[11]. Δε φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος για τον αποκλεισμό του δικαιώματος του παιδιού, αντίθετα επιβάλλεται να του δίνεται η δυνατότητα να διεκδικεί τα δικαιώματα του, χωρίς να αφήνεται στο έλεος των αποφάσεων των γονιών του, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι το οικογενειακό δίκαιο έχει ως κεντρικό άξονα το συμφέρον του παιδιού[12], το οποίο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άβουλο πλάσμα, που πρέπει να ανέχεται, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης, τις πραγματικές και νομικές καταστάσεις που δημιούργησαν οι γονείς του.
Η προσβολή της πατρότητας από το τέκνο, αποκλείεται όταν περάσει ένα έτος από την ενηλικίωσή του, αφού σαν ώριμο πλέον κατά τεκμήριο άτομο, οφείλει να πάρει τις αποφάσεις του εγκαίρως, μια και αυτές αφορούν προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις. Η ρύθμιση αυτή φαίνεται αυστηρή στην περίπτωση που το τέκνο πληροφορείται την αλήθεια για τη μη καταγωγή του από τον σύζυγο της μητέρας του κατά το χρονικό διάστημα της γέννησης του, αφού παρέλθει ένα έτος από την ενηλικίωσή του. Παρόλο που η μεταχείριση αυτή του τέκνου θεωρήθηκε ότι έρχεται σε αντιστάθμισμα της ιδιαίτερα μεγάλης προθεσμίας που του παρέχει ο νόμος[13], ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η προθεσμία δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αλλά ετήσια, και αν τίθεται ως χρονική αφετηρία η ενηλικίωση, αυτό γίνεται γιατί είναι ανεπίτρεπτο το νωρίτερο λόγω της ειδικής νομικής μεταχείρισης της ανηλικότητας, όχι όμως, χωρίς άλλο, το βραδύτερο.
ε. Από τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε  διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.
          Μέχρι την τροποποίηση στο δίκαιο της πατρότητας που επέφερε ο Ν. 2521/1997, κανένα άλλο πρόσωπο δεν μπορούσε να προσβάλει την πατρότητα, παρά μόνο όσα παραπάνω αναφέρθη-καν. Υπό αυτό το καθεστώς ήταν τελείως αδύνατο για τον φυσικό γεννήτορα του παιδιού, όταν ο πατέρας και η μητέρα του δεν επιθυμούσαν για οποιοδήποτε λόγο την άσκηση της σχετικής αγωγής, να υπερπηδήσει την ύπαρξη του τεκμαιρόμενου δεσμού ανάμεσα στο παιδί και το σύζυγο της μητέρας του, ενόψει του ότι η εκούσια και η δικαστική αναγνώριση προβλέπεται ως θεσμός μόνο για τα τέκνα που γεννήθηκαν χωρίς γάμο, και να αποκαταστήσει στη συνέχεια τον συγγενικό δεσμό με το παιδί του[14].
          Είχε θεωρηθεί πως μία έννομη τάξη που αναγνωρίζει στην οικογένεια έναν προστατευόμενο από έξωθεν επεμβάσεις χώρο μόνωσης, εγγυουμένη το απαραβίαστο του οικογενειακού βίου, θα αντίφασκε προς τις επιλογές της, αν επέτρεπε χάριν ιδιωτικών συμφερόντων, την αμφισβήτηση του προσωπικού status των παιδιών. Η προστασία του γάμου, της οικογένειας, αλλά και της παιδικής ηλικίας, υπερισχύει καταφανώς του συμφέροντος του φυσικού πατέρα για την αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας. Έτσι, συνταγματικά συμβατό θεωρήθηκε το δικαίωμα του φυσικού πατέρα, το οποίο στηρίζεται στο δικαίωμα στην προσωπικότητα του, κατ’ εξαίρεση, εφόσον η επιδίωξή του αυτή δεν θα οδηγήσει στην προσβολή λειτουργούντος γάμου και οικογένειας[15].
Με αυτή τη λογική ο νομοθέτης, εισήγαγε δίπλα στα υπόλοιπα νομιμοποιούμενα πρόσωπα, τον τρίτο που είχε μόνιμη σχέση[16] με σαρκική συνάφεια[17] κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης[18], υπό την προϋπόθεση η γυναίκα να βρισκόταν σε διάσταση με τον σύζυγό της κατά το κρίσιμο αυτό διάστημα. Η πραγματική κατάσταση της διάστασης, σε συνδυασμό με την μόνιμη σχέση της εν διαστάσει συζύγου με τρίτον κατά την διάρκεια της, αποτελεί ασφαλή παράμετρο για την υπόθεση ότι η ήδη διασαλευμένη οικογενειακή ειρήνη δε χρήζει προστασίας, όταν η προστασία αυτή έρχεται σε αντίθεση με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην προσωπικότητα του τρίτου να αποκαταστήσει τη σχέση του με το παιδί που κατάγεται απο αυτόν.
Η διάταξη του άρθρου 1472 §2 Α.Κ. ορίζει πως στην περίπτωση της προσβολής της πατρότητας από τον άνδρα που είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, η απόφαση που δέχεται την προσβολή επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του παιδιού από τον άνδρα αυτό. Με τη ρύθμιση αυτή αποτρέπεται η πιθανότητα να βρεθεί το παιδί χωρίς πατέρα, από μία βιαστική και ασταθή, ή με άλλη σκοπιμότητα, απόφαση του τρίτου να προσβάλει την πατρότητα του παιδιού και στη συνέχεια να μην το αναγνωρίσει. Δεν μπορεί να δίνεται σε έναν τρίτο το δικαίωμα να προσβάλει την πατρότητα ενός παιδιού, παρά μόνον ενόψει της αποκατάστασης της γονικής σχέσης του ίδιου με αυτό, κάτι που δεν είναι λογικό να επαφίεται εκ των υστέρων στην καλή θέληση του τρίτου. Επίσης, με τον τρόπο αυτό, εξυπηρετείται η οικονομία της δίκης με την ενοποίηση δύο δικών (προσβολή της πατρότητας και δικαστική αναγνώριση), αφού η προϋπόθεση της δεύτερης να αποδειχθεί ότι  αυτός για τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης (1481 Α.Κ.), έχει ήδη πληρωθεί στα πλαίσια της πρώτης δίκης.  
Κατά της ρύθμισης έχει ασκηθεί κριτική, ότι πρόκειται για λύση δογματικά καινοφανή και άκρως ιδιόρρυθμη, που θέτει σε δοκιμασία βασικές ουσιαστικές και δικονομικές σταθερές του δικαίου, επιφέροντας μία διάπλαση που δεν ζητήθηκε από τον ενάγοντα, και που δεν υπήρξε αντικείμενο της δίκης, άρα ούτε ο δικαστής αποφάσισε σχετικά. Ο νομοθέτης εισάγει ένα σιωπηρό αμάχητο τεκμήριο υπέρ της πατρότητας του ενάγοντα, χωρίς να αποκλείει την περίπτωση  το τέκνο να αποκτήσει πατέρα που δεν είναι ο αληθινός, χωρίς να έχει ο αληθινός πατέρας την δυνατότητα να παρέμβει[19].
Ωστόσο, αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του τεκμηρίου υπέρ της πατρότητας του συζύγου της μητέρας, όταν ο αληθινός πατέρας δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την προσβολή της πατρότητας, χωρίς ασφαλώς να σημαίνει ότι είναι και δικαιολογημένο. Το αμάχητο του τεκμηρίου αποτελεί πρόβλημα, γι αυτό θα έπρεπε να εξετασθεί το ενδεχόμενο της εφαρμογής και σε αυτήν την περίπτωση της ρύθμισης του άρθρου 1482 Α.Κ., όπου ορίζεται ότι το τεκμήριο ανατρέπεται, αν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα, όχι με την ίδια διατύπωση, αφού εδώ το τεκμήριο εισάγεται σιωπηρώς, αλλά ενδεχομένως ως καταλυτικός λόγος της ενεργητικής νομιμοποίησης του τρίτου[20].
Η προσβολή της πατρότητας από τον άνδρα με τον οποίο η γυναίκα είχε σαρκική συνάφεια, αποκλείεται αν περάσουν δύο έτη από τον τοκετό. Ο περιορισμός αυτός είναι συνεπής προς τους χρονικούς περιορισμούς που τίθενται στα λοιπά ενεργητικώς νομιμοποιούμενα πρόσωπα, και είναι ακόμη πιο επιτακτικός, αφού συντείνει στην αποφυγή ψυχικού τραυματισμού του παιδιού, που σε τόσο πρώιμη ηλικία δεν έχει συνείδηση των διαδραματιζομένων.
4.ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ
          Είναι γενικά προτιμότερο η νομική πατρότητα να ταυτίζεται με τη βιολογική. Η νομική σύνδεση του παιδιού με το βιολογικό του πατέρα ανταποκρίνεται συνήθως στο βαθύτερο συμφέρον του παιδιού, διότι ο δεσμός του αίματος συνιστά εχέγγυο στοργής, προστασίας και συνεπώς αρτιότερης ανατροφής και εκπαίδευσης του τέκνου. Άλλωστε, ο βιολογικός δεσμός του αίματος είναι αντικειμενικό δεδομένο, άρα σταθερό σημείο αναφοράς με απόλυτη αξία και ισχύ. Μία πλαστή σχέση πατρότητας δεν αποδίδει απλώς εσφαλμένα μία σχέση πατρότητας, αλλά και συγκαλύπτει την πραγματική σχέση του παιδιού με το βιολογικό του πατέρα, με αποτέλεσμα η άγνοια να οδηγεί στην πιθανότητα αιμομιξίας, με όλους τους βιολογικής, ηθικής και κοινωνικής φύσης κινδύνους που αυτή επισύρει[21].
          Ο νομοθέτης δεν αγνοεί τα παραπάνω. Το αντίθετο μάλιστα, βασική αρχή καθορισμού της νομικής πατρότητας είναι η επιλογή του βιολογικού πατέρα ως νομικού[22]. Ποιοί είναι λοιπόν οι λόγοι που το δίκαιο χορηγεί τόσο περιορισμένα τη δυνατότητα να αναγνωρίσει το παιδί του κάποιος που ισχυρίζεται ότι είναι ο πραγματικός του πατέρας;
Υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για μία συνειδητοποιημένη απόφαση του νομοθέτη. Από τη στιγμή που οι υπόλοιποι δικαιούχοι δεν  εξασκούν το δικαίωμα τους να προσβάλουν την πατρότητα, τότε η προσβολή από τον βιολογικό πατέρα θα διατάρασσε την ειρήνη της «κοινωνικής οικογένειας». Ναι μεν ο πατέρας έχει το δικαίωμα και το έννομο συμφέρον να αναγνωρίσει και να κατοχυρώσει την πατρότητα του, και αυτό το δικαίωμα έχει τουλάχιστον μία βάση στο συνταγματικά προστατευμένο δικαίωμα του στην προσωπικότητα. Ωστόσο, το δικαίωμα του αυτό έρχεται σε αντίθεση με το επίσης συνταγματικά[23] κατοχυρωμένο δικαίωμα του παιδιού να μπορεί να μεγαλώσει ανενόχλητο στις συνήθεις κοινωνικές συνθήκες μίας οικογενειακής κοινότητας[24].
          Σε αντίθεση με το παραπάνω δικαίωμα του παιδιού έρχεται και το δικαίωμα των γονιών του να λύσουν τον μεταξύ τους υφιστάμενο γάμο, ωστόσο δεν διανοείται κανείς να τους το αρνηθεί. Και ναι μεν, σε αυτήν την περίπτωση το διαζύγιο θεωρείται ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού, αφού ο έγγαμος βίος και συνεπώς η οικογενειακή γαλήνη έχει διαταραχθεί, όμως και υφιστάμενος γάμος δεν σημαίνει αυτονόητα και ευτυχισμένη, ενωμένη οικογένεια. Ασφαλώς και δεν είναι μόνο η διάσταση των γονιών, που  αποδεικνύει παθολογική κατάσταση της οικογένειας. Τί γίνεται στην περίπτωση που ο σύζυγος της μητέρας συμπεριφέρεται κατά τρόπο βλαπτικό προς το παιδί ή επιδεικνύει σοβαρή αδιαφορία απέναντί του; Είναι  προτιμότερο το παιδί να μην έχει καθόλου πατέρα, από το να έχει ένα πατέρα που το βλάπτει, άρα κατά μείζονα λόγο επιβάλλεται η αποδέσμευση του παιδιού από το σύζυγο της μητέρας του, όταν υπάρχει πρόθυμος ο φυσικός του πατέρας, για να αναλάβει την ανατροφή και την προστασία του[25].
          Το δίκαιο υπάρχει για να αποτρέπονται οι αδικίες. Και είναι άδικο ένα παιδί να στερείται τον φυσικό του πατέρα και να θεωρείται ορφανό, απλώς και μόνο γιατί ο νομικός του πατέρας έχει πεθάνει και η μητέρα του δεν επιθυμεί να προσβάλει την πατρότητα απο σεβασμό στην τιμή του, ή έχει αποβιώσει και αυτή. Ή να δίνεται ένα παιδί από τους νομικούς του γονείς για υιοθεσία, χωρίς ο φυσικός πατέρας να μπορεί να κάνει οτιδήποτε για να το αποτρέψει[26]. Ή ακόμη να χωρίζει η μητέρα από τον τεκμαιρόμενο πατέρα, να παντρεύεται με κάποιον τρίτο ή έστω να ζει μόνη της, και το δικαίωμα του φυσικού πατέρα να αναγνωρίσει το παιδί του, που ούτως ή άλλως ζει πλέον μακριά από τον τεκμαιρόμενο πατέρα, από τον οποίο ενδεχομένως να μην εισέπραξε ποτέ αισθήματα αγάπης, να εξαρτάται από τη βούληση των άλλων. Ακόμη πιο ακραία περίπτωση, να ζει το παιδί με τον φυσικό του πατέρα, και αυτός να μην μπορεί με δική του πρωτοβουλία να συνδεθεί μαζί του νομικά[27].
Σίγουρα, σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει η ασφαλιστική δικλείδα της προσβολής της πατρότητας από το ίδιο το παιδί, και μάλιστα με προθεσμία μέχρι και ένα έτος από την ενηλικίωσή του. Όμως το δικαίωμα του πατέρα πρέπει να εξετάζεται ανεξάρτητα από τους λοιπούς δικαιούχους. Δεν στέκει το επιχείρημα ότι η αδικία μπορεί να αποτραπεί από κάποιον άλλον, άρα γιατί και από αυτόν, λες και πρόκειται για κάποιον τρίτο, άσχετο, που δεν ενδιαφέρεται για το καλό του παιδιού. Από τη στιγμή που έχει έννομο συμφέρον και δικαίωμα, η δυνατότητα του να προσβάλει την πατρότητα του παιδιού, πρέπει να αποκλείεται μόνο για πολύ σοβαρό λόγο. Αυτός είναι το συμφέρον του παιδιού να μη διαταραχθεί ο ομαλός και ειρηνικός τρόπος ζωής του στο οικογενειακό περιβάλλον που βρίσκεται, μόνο εφόσον η συζυγική οικογένεια κρίνεται υγιής και το παιδί ζει με τη μητέρα και το σύζυγό της σε σχέσεις σύμπνοιας και αγάπης[28]. Στις περιπτώσεις όμως παθολογικής οικογενειακής κοινότητας, είτε διότι η συζυγική σχέση εμφανίζεται διασπασμένη ή και ανύπαρκτη, είτε γιατί το παιδί ζει με το φυσικό του πατέρα, είτε ακόμη γιατί η συμπεριφορά του συζύγου προς το τέκνο είναι επιβλαβής, ο απαγορευτικός σκοπός της προσβολής εκλείπει, αφού η διατάραξη της οικογενειακής γαλήνης είναι ούτως ή άλλως δεδομένη[29].
Με όλα όσα αναφέρθηκαν είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς τολμηρή την κίνηση του νομοθέτη να περιορίσει το ολιγοπώλιο των δικαιούμενων σε προσβολή της πατρότητας προσώπων με την εμφάνιση στο προσκήνιο του νομικά αφανούς[30] φυσικού πατέρα, όταν το έκανε με τόσο αυστηρές προϋποθέσεις, που αυτός συνεχίζει να μένει στην αφάνεια σε πολλές περιπτώσεις  που δεν κρίνεται δικαιοπολιτικά ορθό. Μια πιο προσεκτική νομοπαρασκευαστική προεργασία, με μεγαλύτερη ευρύτητα πνεύματος μετά από κριτική αντιπαράθεση των αντιτιθέμενων επιστημονικών απόψεων, και σαφή τοποθέτηση του νομοθέτη περί της σκοπιμότητας των προκρινόμενων ρυθμίσεων, είναι απαραίτητη για επιλογές ορθές, που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.




[1] Παπαζήση Θ. σε Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, τομ.VII, άρθρο 1465, 537.
[2] ΜονΠρΑθ 1061/85, ΕλλΔνη 26, 1007επ, όπου σκοπός του τεκμηρίου θεωρείται η εδραίωση της οικογενειακής τάξης και η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
[3] Σταμπέλου Χρ., Τα τεκμήρια της πατρότητας από γάμο κατά τον Α.Κ., 44, 60.
[4] Σταμπέλου Χρ, ο.π., 150.
[5] Παπαζήση Θ., ο.π., άρθρο 1470 Α.Κ., 579. Για κριτική κατά της ρύθμισης, βλ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε., Οικογενειακό Δίκαιο, 34 και εκεί παραπομπή (υπ.αριθ.43) και Παπαζήση Θ., ο.π., 580.
[6] Παπαζήση Θ., ο.π., άρθρο 1469 Α.Κ., 569.
[7] Παπαζήση Θ., ο.π., 570.
[8] Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε., ο.π., 20, Κουτσουράδης Α., ΕλλΔνη 29 (1988), 1334.
[9] Παπαζήση Θ, ο.π., 571
[10] Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε., ο.π., 20.
[11] Παπαζήση Θ., ο.π., 569.
[12] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 164 επ.
[13] Παπαζήση Θ., ο.π., 581.
[14] Κουτσουράδης Α., ο.π., 1335.
[15] Κουτσουράδης Α., Αρμ.1998, 141.
[16] Ο νομοθέτης προφανώς δεν θέλησε να ευνοήσει τη δημιουργία του νομικού δεσμού της πατρότητας, όταν ο βιολογικός δεσμός στηρίζεται σε τυχαία συνεύρεση, παρά μόνο όταν κατά τεκμήριο αποτελούσε προβλεπόμενη, ίσως και ηθελημένη, συνέπεια, δικαιολογώντας συναισθηματικά τον πατέρα στην αναζήτηση της αποκατάστασης της αλήθειας.
[17] Ο νομοθέτης θεώρησε απαραίτητη, αλλά και επαρκή προϋπόθεση την σαρκική συνάφεια, διατύπωση που θεωρήθηκε δύσκαμπτη, μη λειτουργική και αυθαίρετη, και για το λόγο ότι ο τρίτος ενδέχεται να μην είναι ο φυσικός γεννήτορας του παιδιού (βλ. Κουτσουράδη Α., Αρμ 1998, 142). Ωστόσο, η διατύπωση είναι συνεπής προς το τεκμήριο του άρθρου 1481 Α.Κ. που ισχύει στην περίπτωση της δικαστικής αναγνώρισης. Θα ήταν ανεπιεικές να απαιτείται εδώ κάτι περισσότερο.
[18] Φαίνεται αυστηρή η απαίτηση της ύπαρξης της διάστασης κατά το κρίσιμο χρόνο της σύλληψης, αφού έτσι αποκλείεται το δικαίωμα του τρίτου, όταν η διάσταση ακολούθησε τη σύλληψη, έστω και κατά λίγες ημέρες. Ίσως ο νομοθέτης προσπάθησε να προστατέψει τον γάμο και την έγγαμη συμβίωση, για όσο χρονικό διάστημα αυτή διήρκεσε, με το να αποκλείει τη δυνατότητα κάποιου τρίτου να τη σπιλώσει, επεμβαίνοντας σε κάτι που θεωρείται εσωτερικό ζήτημα οικογενειακής φύσης.
[19] Κουτσουράδης Α., Αρμ.1998, 145.
[20] Στο πεδίο της νομιμοποίησης θα μπορούσε ίσως να αντιμετωπιστεί και η δικαστική αναγνώριση του τέκνου, αν προϋπόθεση για τη χορήγηση του δικαιώματος προσβολής στον τρίτο ήταν η δήλωση του ότι επιθυμεί την αναγνώριση του τέκνου  ως δικού του, κάτι που φαίνεται περιττό δεδομένου του ότι, εν γνώσει της αυτοδίκαιης ισχύος της απόφασης, ασκεί την αγωγή, ωστόσο προσθέτει στην ex lege έννομη συνέπεια, τη ρητή επιδίωξή της από τον ενάγοντα, σύμφωνα και με την αρχή της διάθεσης.
 [21] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 154επ.
[22] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 26, 35.
[23] Άρθρο 21§1 Συντάγματος 1975/86, για την προστασία του γάμου, της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας.
[24] Nr.463/20.1.99 BGH-BGB, FamRZ 1999, 716. (για τον αποκλεισμό του βιολογικού πατέρα (wirkliche Erzeuger) από τους δικαιούμενους σε προσβολή της γνησιότητας του τέκνου (Anfechtung der Ehelichkeit) στο γερμανικό δίκαιο βλ. Beitzke Günther, Familienrecht,1992,  και Gernhuber Joachim/Coester-Waltjen Dagmar, Lehrbuch des Familienrechts,1994, § 51ΙΙ, 762.)
[25] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 172 και εκεί παραπομπές υπ’αριθμ. 170-174.
[26] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 176.
[27] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 170.
[28] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 173.
[29] Σταμπέλου Χρ., ο.π., 174.
[30] Ουδέποτε  μέχρι το ν. 2521/97 του αναγνωρίσθηκε δικαίωμα προσβολής της πατρότητας, ούτε στο ρωμαϊκό δίκαιο, ούτε στον ΑΚ/1940. βλ. Παπαζήση Θ., ο.π., 570 και εκεί παραπομπή με αριθ. 26.

 

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ (Η’ AΛΛΙΩΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ)



Δέχομαι πολλά σχετικά τηλεφωνήματα τον τελευταίο καιρό, τα οποία με οδήγησαν στη συγγραφή του παρακάτω κειμένου, έχοντας παρατηρήσει ότι πολλά από τα αναφερόμενα προβλήματα θα είχαν αποφευχθεί, αν οι πελάτες είχαν προσφύγει στη συνδρομή του δικηγόρου νωρίτερα. Ελπίζω το κείμενό μου να επιτελέσει το σκοπό του και να βοηθήσει κάποιους από εσάς.

ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ
 (Η’ AΛΛΙΩΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ)

Με το που δρόσισε λιγάκι ο καιρός, άρχισαν να πληθαίνουν οι συζητήσεις και οι γενικές συνελεύσεις στις οικοδομές σχετικά με το ακανθώδες θέμα των χειμερινών κοινοχρήστων (οι περισσότερες σε πολιτισμένο κλίμα ακόμη, όσο θα σφίγγει ωστόσο το κρύο, θα παγώνουν και τα χαμόγελα). Από τη μια πλευρά είναι οι ιδιοκτήτες που έχουν ήδη κάνει το κουμάντο τους, εγκαθιστώντας στο διαμέρισμά τους μια από τις νέες πολλά υποσχόμενες μεθόδους θέρμανσης και που ασφαλώς δεν θέλουν να έχουν καμία συμμετοχή στη δαπάνη αγοράς πετρελαίου. Και από την άλλη, όσοι ακόμη βασίζονται, συμπληρωματικά ή αποκλειστικά, στην κεντρική θέρμανση, οι οποίοι, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, όπου δηλαδή όλοι οι καλοί γείτονες συνεχίζουν να λένε μια καλημέρα μεταξύ τους και να πληρώνουν κανονικά τα κοινόχρηστα, επιβαρύνονται αναγκαστικά με επιπλέον κόστος, λόγω της περιορισμένης συμμετοχής των υπολοίπων διαμερισμάτων. 
Κάπου εκεί αρχίζει η παραφιλολογία και η συζήτηση χάνεται στο λαβύρινθο της παραπληροφόρησης. Ιδιοκτήτες που σείουν στον αέρα προεδρικά διατάγματα σε μια γλώσσα που ηχεί στα αυτιά τους κινέζικη, που όμως σίγουρα μεταφράζεται όπως τους συμφέρει, και διαχειριστές που με τα ίδια ακριβώς προεδρικά διατάγματα προσπαθούν να πείσουν για το εκ διαμέτρου αντίθετο. Το τι μελάνι έχει ψεκαστεί αυτές τις μέρες σε εκτυπώσεις από το διαδίκτυο, όπου αγνώστου προέλευσης πολυκατοικιολόγοι σε συμβουλεύουν να κάνεις αυτό ακριβώς που από το νόμο απαγορεύεται, δε λέγεται. Και η νοοτροπία μας να σκεφτόμαστε αποκλειστικά το δικό μας συμφέρον και να συμπεριφερόμαστε σαν να πρόκειται για το αμπέλι του παππού μας, ξεχνώντας ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για «συνιδιοκτησία», δε βοηθάει καθόλου και δεν συμφέρει κανέναν σε τελική ανάλυση. Είναι βέβαιο ότι κάπου στον αγώνα για οικονομικότερη θέρμανση έχει χαθεί η μπάλα. Ίσως γιατί σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που οι συνιδιοκτήτες συσκέφθηκαν καλόπιστα και με γνώμονα το κοινό συμφέρον κατέληξαν σε μια πρακτική και συμφέρουσα συλλογική αντιμετώπιση του προβλήματος (όπως λειτουργία του καυστήρα σε συγκεκριμένες κοινές για όλους ώρες ή αντικατάσταση του κεντρικού καυστήρα πετρελαίου με οικονομικότερες σύγχρονες τεχνολογίες).
Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που βιάστηκαν να αφαιρέσουν αυθαίρετα τα θερμαντικά σώματα από τα διαμερίσματά τους, πιστεύοντας πως αυτό τους απαλλάσσει από την υποχρέωση συμμετοχής στις κοινόχρηστες δαπάνες θέρμανσης, άλλοι που χωρίς να ρωτήσουν κανέναν άνοιξαν τρύπες στους τοίχους για τις ολοκαίνουριες σόμπες τους, αυτοί που θεωρούν πως εφόσον ο ωρομετρητής τους δείχνει μηδέν ώρες, αντίστοιχα μηδενική πρέπει να είναι και η χρέωση στο λογαριασμό των κοινοχρήστων, και κάποιοι που πιστεύουν ότι μπορούν από το ρετιρέ τους να απολαμβάνουν την ωραία θέα, αλλά και ταυτόχρονα ωραίους χαμηλούς λογαριασμούς. Και πολλοί από αυτούς κατέληξαν εναγόμενοι, κατηγορούμενοι στα δικαστήρια ή με ένα εξώδικο στην πόρτα τους, ενώ κάποιοι έχουν ήδη αναγκαστεί να καταβάλουν εκ των υστέρων ληξιπρόθεσμες οφειλές κοινοχρήστων, επιβαρυμένες με τόκους και δικαστικά έξοδα, πληρώνοντας τελικά πολύ ακριβά την προσπάθειά τους να κάνουν οικονομία.  
Δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Οι δικηγόροι είναι σήμερα περισσότεροι από ποτέ, κάθε σπίτι έχει από έναν τουλάχιστο γιο, ανιψιό, ξάδερφο, κουμπάρο ή μπατζανάκη δικηγόρο. Η νομική συμβουλή τους είναι απαραίτητη ΠΡΙΝ υλοποιήσετε τις αποφάσεις σας και όχι μόνο για να σας ξελασπώσει από τις συνέπειες. Και δεν εννοώ να τον ρωτήσετε πρόχειρα στο πόδι την ώρα που περιμένετε στον μπουφέ στη δεξίωση του γάμου της κοινής σας εξαδέλφης. Ούτε να του τηλεφωνήσετε στο σπίτι Κυριακή μεσημέρι και εκεί που μαθαίνετε τα νέα του σογιού, να πετάξετε χαλαρά και μια ερωτησούλα. Αν θέλετε να πάρετε σωστή συμβουλή, τότε να τον επισκεφθείτε στο γραφείο του με όλα τα σχετικά έγγραφα (ο κανονισμός της πολυκατοικίας είναι ερώτηση SOS) και να του αναπτύξετε αναλυτικά όλα τα δεδομένα. Θα εκτιμηθεί ασφαλώς δεόντως αν του έχετε προηγουμένως τηλεφωνήσει για να κλείσετε ραντεβού (κατά προτίμηση σε ώρα εργασίας) και αν επιπλέον έχετε αναφέρει στο τηλεφώνημά σας σύντομα και το θέμα (τονίζω τη λέξη σύντομα).
            Αν έχετε, λοιπόν, ξεκινήσει έρευνα αγοράς για νέες μεθόδους θέρμανσης, ενδιαφερθείτε και για το νομικό καθεστώς που διέπει την οικοδομή σας. Συνεργαστείτε με τους γείτονές σας και βρείτε τη λύση που συμφέρει στη δική σας πολυκατοικία. Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Και μη διστάζετε να ρωτήσετε κάποιον δικηγόρο. Μια απλή ερώτηση μπορεί να σας γλιτώσει από πολλούς μπελάδες και έξοδα. Ρωτήστε! 

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΓΟΝΕΙΣ ΠΟΥ ΠΙΕΖΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ!!!



Το κείμενο που ακολουθεί είναι γραμμένο με χιουμοριστική διάθεση και χωρίς σκοπό να αποθαρρύνει τους νέους, ιδίως αυτούς που έχουν ήδη κάνει την επιλογή τους (μην σκίσετε ακόμη το πτυχίο σας, ανοίγει πολλές πόρτες - για κάποιους και παράθυρα). Πάντως εγώ σας προειδοποίησα...
Η παρακάτω ιστορία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και κάθε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις, πρόσωπα και γεγονότα είναι τυχαία.

ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΓΟΝΕΙΣ ΠΟΥ ΠΙΕΖΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ!!!

Με έπιασε η ρομαντική μου διάθεση όταν επέλεγα δέσμη και αποφάσισα τελικά να σπουδάσω νομική. Θα αγόρευα στο όνομα της Δικαιοσύνης στις δικαστικές αίθουσες και όλοι θα κρεμόντουσαν από τα χείλη μου, θα υπερασπιζόμουν με σθένος και πάθος το δίκαιο των αδυνάτων, θα απολάμβανα την εκτίμηση και το σεβασμό των συμπολιτών μου και οι γονείς μου θα καμάρωναν όλο υπερηφάνεια για την κόρη τους που κατάφερε να συνδυάσει με επιδεξιότητα τους ρόλους της πετυχημένης δικηγόρου και της στοργικής μητέρας και συζύγου!
Φευ! Το μεγαλύτερο ποσοστό των δικηγόρων θα επέλεγε άλλο αντικείμενο σπουδών αν γυρνούσε το χρόνο πίσω, ενώ μάλιστα κάποιοι δηλώνουν γλαφυρά ότι θα προτιμούσαν να γονιμοποιούν ελέφαντες στο Νέο Δελχί, παρά να είναι δικηγόροι στην Ελλάδα. Για πολλούς και διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων:
  • Όλοι θεωρούν ότι ο δικηγόρος είναι παντογνώστης. Πρέπει να γνωρίζεις τα πάντα σχετικά με το ελληνικό χαοτικό νομικό σύστημα, ΟΛΑ, ό,τι έχει σχέση με την τροποποίηση της τροποποίησης του νομοθετικού διατάγματος του 1952, την υπουργική απόφαση για τα εκτροφεία γουνοφόρων ζώων και τις ρυθμίσεις για την κυριότητα σμηνών από μέλισσες που αποδήμησαν και αναμίχθηκαν. Και όχι μόνο τα νομικά θέματα, αλλά και την τεχνική ορολογία επί παντός επιστητού, όλα όσα αφορούν στις μελέτες για τα έργα δομημένης καλωδίωσης, τη φορολογία της υπεραξίας μη εισηγμένων μετοχών, τα επιδόματα του προσωπικού του Ομίλου Ελληνικών Πετρελαίων και την κβαντική θεωρία του φωτός. Και όλα αυτά να τα γνωρίζεις στο πρώτο ραντεβού με τον πελάτη, ο οποίος όλο μυστικοπάθεια ζήτησε να σε συναντήσει για κάποια πολύ σοβαρή του υπόθεση χωρίς να σε προϊδεάσει για το αντικείμενό της, ώστε να προλάβεις ο έρμος να προετοιμαστείς. Και μόλις σου ξεφουρνίσει ότι η πολύ σοβαρή του υπόθεση είναι ότι ο κυρ-Μήτσος του χρωστάει 80 ευρώ και εσύ από μέσα σου βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξύπνησες από τα άγρια χαράματα για να έρθεις στο γραφείο τη μοναδική ώρα που τον βόλευε να συναντηθείτε, να σε κοιτάζει κι από πάνω σαν να είσαι τελείως καθυστερημένος και άσχετος επειδή δεν ξέρεις τι είναι το «στριφώνι» και το «πέτσωμα»!
  • ΟΛΕΣ οι υποθέσεις είναι ζήτημα ζωής και θανάτου ή στην καλύτερη περίπτωση απλώς κατεπείγουσες. Ακόμη και το εξώδικο στην κυρία-Κατίνα από απέναντι που ταΐζει τα αδέσποτα σκυλιά της γειτονιάς και μαζεύονται όλα κάτω από το σπίτι του πελάτη σου. Ναι, ακόμη και για αυτό θα σου τηλεφωνήσει στις 3 το μεσημέρι που ενοχλήθηκε ο ίδιος από τα γαυγίσματα και θα σου ζητήσει να το στείλεις χθες. Όχι αύριο, χθες! Και μη διανοηθείς να μην απαντήσεις στο κινητό, επειδή εκείνη την ώρα τρως, και σκεφτείς να τον καλέσεις μόλις τελειώσεις το φαγητό σου. Ή θα αναφωνήσει εξαγριωμένος «Που ήσουν και σε έψαχνα, πήρα και στο γραφείο και δεν ήσουν!» (γιατί το ξέχασες ότι είσαι εφημερεύον φαρμακείο και πρέπει να είσαι 24 ώρες το 24ωρο με το ένα χέρι στο τηλέφωνο και το άλλο στο πληκτρολόγιο), ή θα σε παίρνει ασταμάτητα και θα σου βγει το φαγητό από τη μύτη με 23 συνεχόμενες αναπάντητες κλήσεις παντού.
  • Το ΑΓΧΟΣ!!! Το παραμικρό λάθος που κάνεις θα επιφέρει τη συντέλεια του κόσμου. Προθεσμίες παντού. Kατέθεσα προτάσεις για τη δικάσιμο του Οκτωβρίου; Έκανα δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής; Θυμήθηκα να φάω ή πίνω από χθες μόνο καφέ; Κίτρινα χαρτάκια κολλημένα παντού, πάνω στο φωτιστικό, στο τηλέφωνο, στην οθόνη του υπολογιστή, στο ψυγείο, στην τοστιέρα, στα όνειρά μου. Mια κλωστή δεμένη στο μικρό μου δάχτυλο, τηλέφωνα σημειωμένα βιαστικά με στυλό στο χέρι (να τα αντιγράψω κάπου πριν τα πλύνω, α, να ένα post-it), Πως; Πάλι άλλαξε ο νόμος; Το παιδί το πήρε κανείς από τον παιδικό ή πάλι με περιμένει θυμωμένο; Δεν πρόλαβα να μαγειρέψω, τι τηλέφωνο έχουν “τα Αδέρφια;”.
  • Η αντίληψη ότι οι δικηγορίνες πρέπει να είναι ντυμένες με στενά κομψά ταγέρ και ψηλοτάκουνες γόβες. Πες μου αν μπορείς να πας και να έρθεις δέκα φορές από το γραφείο στην εφορία, στο Κτηματολόγιο, στα δικαστήρια, στην τράπεζα, στο Δημαρχείο μέσα σε μια ώρα ντυμένη όπως τις δικηγόρους στο “the Good wife”, και όλα αυτά μέσα στον καύσωνα, με βροχή, με χιόνι, με καταιγίδα. Και στο ακροατήριο μην εμφανιστείς χωρίς να έχεις επισκεφθεί προηγουμένως το κομμωτήριο και τις «τρε σικ μπουτικ» και έχεις το θράσος να θέλεις να λέγεσαι και δικηγόρος!
  •  Η πεποίθηση των ανθρώπων στις κοινωνικές σου συναναστροφές ότι ενδιαφέρεσαι απόλυτα να μάθεις κάθε τι που αναφέρεται στα νομικά θέματα του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος των δικών τους, των γνωστών τους και των γνωστών των γνωστών τους. Και ασφαλώς ότι είσαι διατεθειμένος να παρέχεις δωρεάν νομικές συμβουλές την ώρα που απολαμβάνεις το ποτό σου, κάνεις ηλιοθεραπεία, κουρεύεσαι, κάνεις μακροβούτια, μασουλάς το μεσημεριανό σου ή κυνηγάς το παιδί σου στην παιδική χαρά. Kαι το θράσος κάποιων συγγενών να σε πλησιάζουν στα σκαλιά της εκκλησίας την ώρα που βαπτίζεις το μονάκριβό σου, για να σε ρωτήσουν αν πρέπει να πληρώσουν την κλήση για παράνομη στάθμευση και τι μπορούν να κάνουν που το δέντρο του γείτονα τους κόβει τη θέα! Υποθέτω οι γιατροί τραβάνε χειρότερο ζόρι, αλλά πραγματικά, σας είναι αυτό καθόλου παρήγορο;
  • Άνθρωποι που μέχρι χθες δεν είχες συναντήσει ποτέ, μιλάνε από τα πρώτα λεπτά της συνάντησης με κάθε περιττή και ανούσια λεπτομέρεια για την προσωπική τους ζωή, μπερδεύοντας τον ρόλο σου με αυτόν του εξομολογητή ή, κατά περίπτωση, του ψυχοθεραπευτή τους. Πόσο σχετική μπορεί να είναι η υπόθεση αγοράς ακινήτου με την αδιαφορία που δείχνει ο σύζυγος στα συζυγικά του καθήκοντα ή η υπόθεση απόδοσης μισθίου με τις ιστορίες από το στρατό; Έχω μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που διάλεξα τα καταραμένα πολυθρονάκια και δεν ακολούθησα τη συμβουλή του μέντορά μου οι καρέκλες στο γραφείο να είναι όσο το δυνατόν πιο άβολες!
  • Για να μείνει ικανοποιημένος ο πελάτης, το δικηγορικό σου γραφείο πρέπει να έχει δύο γραμματείς, τρεις ασκούμενους, πέντε συνεργαζόμενους δικηγόρους, αίθουσα συνεδριάσεων, βιβλιοθήκη γεμάτη ράφια με χρυσόδετους τόμους, δέκα τουλάχιστον συνδρομές σε νομικά περιοδικά και σαλόνι αναμονής με πρωτότυπα έργα τέχνης (το αγαλματίδιο της τυφλής δικαιοσύνης με το σπαθί στο χέρι είναι must), να έχεις τελειώσει κάνα δυο μεταπτυχιακά, να κατέχεις διδακτορικό τίτλο σπουδών και να έχεις κάνει τουλάχιστον δέκα δημοσιεύσεις, αλλά η χρέωση των υπηρεσιών σου να αντιστοιχεί στο ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη.
  • Και τελικά, ό,τι και να λέει, ποτέ κανένας πελάτης δεν μένει ικανοποιημένος. Όταν ηττηθεί, φταίει πάντα ο χασοδίκης και τζάμπα έδωσε τόσα λεφτά, και όταν κερδίσει, είχε εξαρχής δίκιο και τζάμπα έδωσε τόσα λεφτά. Ακόμη και αυτός που σου σφίγγει το χέρι με δάκρυα ευγνωμοσύνης, σε λίγη ώρα κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του στο σχόλιο ότι όλοι ανεξαιρέτως οι δικηγόροι είναι ψεύτες και απατεώνες. Όλοι, βεβαίως βεβαίως…
  • Συναναστρέφεσαι κυρίως με δικηγόρους, οι οποίοι, ελλείψει λοιπών ενδιαφερόντων, συζητούν μεταξύ τους μονίμως για τις υποθέσεις τους. Και οι οποίοι μονολογούν, επιχειρηματολογώντας με τις ώρες, σχετικά με το αν πρέπει να παραγγείλουμε κρέας ή ψαρικά, βγάζοντας τα απωθημένα τους που δεν μπορούν πουθενά αλλού να αγορεύσουν χωρίς να ακούσουν από τις πρώτες μόλις φράσεις «τελειώνετε κ. συνήγορε». Και όσοι φίλοι σου έχουν απομείνει από άλλους επαγγελματικούς χώρους, προτιμούν να κρεμαστούν με καραβόσκοινο από το ταβάνι, παρά να ξαναβγούν με την παρέα σου.
  • Δεν μπορείς να κάνεις έναν καβγά της προκοπής με τον άντρα σου, χωρίς να ακούσεις «άσ’τα αυτά τα δικηγορικά σου» ή «αλλού αυτά, εδώ δεν είναι δικαστήριο». Και αν και ο άντρας σου είναι δικηγόρος, τότε δεν μπορείς να τσακωθείς χωρίς εκφράσεις του τύπου «οι κατηγορίες σου είναι ανυπόστατες», «ενίσταμαι», «η απόφασή μου είναι οριστική, τελεσίδικη και αμετάκλητη» και «οι ισχυρισμοί σου δέον να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, άλλως ως ουσία αβάσιμοι»!
  • Και αφού έχεις χάσει κάθε ίχνος ρομαντισμού, κάθε σκέψη ότι ο κόσμος μας μπορεί να γίνει καλύτερος και έχεις βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη, αναρωτιέσαι κυνικά γιατί δεν γινόσουν τελικά δασκάλα, αφού, για αυτό το επάγγελμα τουλάχιστον, υπάρχουν τρεις λόγοι να το επιλέξεις (κατά το γνωστό ανέκδοτο): Ιούνιος, Ιούλιος και Αύγουστος!
Απευθυνόμενη στους συναδέλφους, να απολογηθώ που δεν αναφέρω τους 798 επιπλέον λόγους που καθιστούν το επάγγελμά μας απαίσιο (ω ναι, τους έχω σκεφθεί), αλλά το κείμενο θα γινόταν κουραστικό για τους φυσιολογικούς- μη δικηγόρους- ανθρώπους.